Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ και ο Θεός. Η συγγραφέας και φιλόσοφος γράφει ένα αυτοβιογραφικό κείμενο


ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΣΤΙΣ 9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1908 σ’ ένα δωμάτιο με λακαρισμένα άσπρα έπιπλα που έβλεπε στη λεωφόρο Ρασπάιγ. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, η μητέρα μου είχε βγει από το μοναστήρι των Πουλιών. Στις αντιλήψεις τους το μέλλον μου ήταν σαφώς προδιαγεγραμμένο. Στα 20 μου θα παντρευόμουν, θα περνούσα μια ζωή μητέρας και κυρίας του κόσμου.

ΠΕΡΑΣΑ ΠΟΛΥ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ. Είχα τη μετάληψή μου ιδιαιτέρως, εξομολογιόμουν, ήμουν πολύ ευσεβής. Ήθελα να αρέσω στον καλό Θεό και να έχω μια κατάλευκη αγνή ψυχή.
ΑΝ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΜΕ ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ πολλές φορές την εβδομάδα, ο πατέρας δεν πατούσε το πόδι του σε
εκκλησία, παρά μόνο για γάμους και κηδείες -χαμογελούσε, όταν μιλούσαμε μπροστά του για τα θαύματα της Λούρδης.

ΜΕΧΡΙ ΤΑ 12-13 ΜΟΥ όλα κυλούσαν υπέροχα για μένα. Τα πράγματα χάλασαν λίγο όταν μπήκα στην εφηβεία.
Έγινα άτακτη, ανάποδη και χοντροκέφαλη -είχα αποκτήσει κακές συνήθειες και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. Από την άλλη μεριά όμως, αναπτυσσόταν το κριτικό μου πνεύμα και όταν η μητέρα έλεγε «μη εκείνο, μη το άλλο» ή «αυτό έτσι είναι… γιατί έτσι!», δεν την υπάκουα ποτέ με τη θέλησή μου.

ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ Σ’ ΕΝΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΘΕΜΑ πήρα την απόφαση να μην υπακούω. Έλεγχαν με άκρα αυστηρότητα τα αναγνώσματά μου -όταν ο πατέρας μάς διάβαζε τον Αετιδέα, υπήρχαν σκηνές που τις πηδούσε. Θυμάμαι ακόμη ότι μέσα στον Πόλεμο των Κόσμων του Ουέλς, η μητέρα μου είχε πιάσει μερικές σελίδες με καρφίτσες. Δεν τις έβγαλα. Όμως, είχα μια εξαδέλφη που μου διηγήθηκε, μ’ έναν τρόπο αρκετά παράξενο μάλιστα, αυτό που υπήρχε μέσα στα απαγορευμένα βιβλία -μου φαινόταν παράλογο που οι μεγάλοι περιέβαλλαν με μυστήριο τόσο ασήμαντα πράγματα.

ΠΕΡΝΟΥΣΑ ΤΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΟΥ ΣΤΗ ΛΙΜΟΥΖΕΝ, σ’ ένα ιδιόκτητο κτήμα του παππού από τη μεριά του πατέρα μου και στην εξοχή ξέμενα πάντα από αναγνώσματα. Υπήρχαν στη βιβλιοθήκη κάποιες δεμένες συλλογές της Πετίτ Ιλλουστρασιόν. Μου υπέδειξαν τα κομμάτια που ήταν «για μένα» -π.χ. το Λε Μπουφόν του Ζαμακοΐς- και μου επέτρεψαν να πάρω τον τόμο στο δάσος όπου κατασκήνωνα για να διαβάσω.

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΡΧΙΣΑ να διαβάζω τα κομμάτια που δεν ήταν για μένα. Μπερνστάιν, Μπατάιγ… Και όταν επιστρέψαμε στο Παρίσι, καταβρόχθισα όλη τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μοπασάν, Μπουρζέ, Κλοντ Φαρρέρ, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου.

ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΚΑΘΟΛΟΥ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΩΣΗ ΟΤΙ ΕΚΑΝΑ ΚΑΤΙ ΚΑΚΟ, δεν περνούσε καν από το μυαλό μου ότι προσέβαλλα το Θεό. Πρέπει να πω ότι είχα τακτοποιήσει -με τον τρόπο μου- τις σχέσεις μαζί του. Συνέδεα την ηθική με την τυφλή πίστη. Έπρεπε να προσεύχεσαι, να αυτοσυγκεντρώνεσαι, να ζεις υπό το βλέμμα του Θεού, να κάνεις τα πάντα για να αισθανθείς την παρουσία του. Αλλά για τα υπόλοιπα, όπως τις αυθάδειές μου στην τάξη -γύρω στα 13 με 14 είχα γίνει τελείως απείθαρχη- ή τις ανυπακοές μου, έλεγα στον εαυτό μου ότι ο Θεός είχε ένα πολύ υψηλό πνεύμα για να μου κακιώνει.

ΩΣΤΟΣΟ ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΛΙΜΟΥΖΕΝ έκανα μέσα μου μερικές ερωτήσεις. Ήταν μια πανέμορφη νύχτα, έβλεπα τ’ αστέρια, άκουγα το κελάρυσμα μιας κρήνης, το χώμα μοσχομύριζε. Είπα στον εαυτό μου: το ότι δεν υπακούς, το ότι λες ψέματα, είναι κι αυτά αμαρτίες. Και τότε μού έγινε μια αποκάλυψη απόλυτα εκθαμβωτική: ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ’ ευχαριστούσαν επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ’ εκείνον!

ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ απλά και μόνο βεβαιώθηκα για κάτι που είχε ήδη συμβεί. Δε με κυρίευσε φόβος. Είχα το παράδειγμα του πατέρα μου, που κι αυτός δεν πίστευε. Μονάχα που δεν τόλμησα να μιλήσω γι’ αυτό το θέμα σε κανένα -ήταν ένα μυστικό που βάραινε πολύ μέσα μου κι εγώ αισθανόμουν μόνη.

ΗΤΑΝ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ που αποκρυσταλλώθηκε η επιθυμία μου για γράψιμο. Γύρω στα 14 με 15 μου χρόνια πήρα μια σοβαρή μορφή. Μια από τις φίλες μου είχε ένα λεύκωμα όπου έπρεπε να σημειώσεις το αγαπημένο σου λουλούδι, τον αγαπημένο σου ποιητή καθώς κι αυτό που ήθελες να κάνεις στη μετέπειτα ζωή σου. Στις πρώτες ερωτήσεις απαντούσα ό,τι μού κατέβαινε. Αλλά στην τελευταία ήμουν ολωσδιόλου σοβαρή όταν έγραψα: θέλω να γίνω διάσημη συγγραφέας.


Αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό κείμενο της Σιμόν ντε Μποβουάρ, Πώς έγινα συγγραφέας, που δημοσιεύτηκαν στη λέξη - τχ. 69/70, Νοέμβριος ‘87, (αφιερωματικό τεύχος στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία), σε μετάφραση Κώστα Πολέτη


Σιμόν ντε Μπoβουάρ (9 Ιανουαρίου 1908-14 Απριλίου 1986): Γαλλίδα συγγραφέας, φιλόσοφος και φεμινίστρια. Υπήρξε σύντροφος του διάσημου υπαρξιστή φιλοσόφου Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Το γνωστότερο έργο της ήταν Το Δεύτερο Φύλο, μια φεμινιστική ανάλυση της γυναικείας ύπαρξης και της καταπίεσης των γυναικών. Άλλα έργα της που ξεχώρισαν ήταν τα Οι Μανδαρίνοι (1954) και Αναμνήσεις μιας καθώς πρέπει κόρης (1958). Η Μποβουάρ θεωρήθηκε η μητέρα του (μετά το 1968) φεμινισμού, με φιλοσοφικά γραπτά που συνδέθηκαν, αν και ήταν ανεξάρτητα, με τον σαρτριανό υπαρξισμό. Πέθανε από πνευμονία στις 14 Απριλίου του 1986 και θάφτηκε δίπλα στον Σαρτρ στο Κοιμητήριο Μονπαρνάς του Παρισιού.

Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός πως η «μητέρα του φεμινισμού» έχει αποτυπωθεί στη συνείδηση πολλών ως η σύντροφος ενός σπουδαίου άντρα, αλλά η σχέση της Μποβουάρ με τον Σαρτρ, τόσο στον έρωτα όσο και στη φιλοσοφία, είναι ιδιαίτερη, αμφίδρομη και ανεξάρτητη. Ως ζευγάρι, μένουν σε διαφορετικά σπίτια και ως ερωτικοί σύντροφοι, διατηρούν ανοιχτές ερωτικές σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ενίοτε και όλοι μαζί, καταστάσεις που η Μποβουάρ θα εξιστορήσει μέσα από το λογοτεχνικό της έργο.

Ο ελεύθερος έρωτας και η αυτοδιάθεση του σώματος βρίσκονται στην καρδιά της σχέσης τους και η λέξη «γάμος» αποτελεί ένα «κακό αστείο». Όταν το 1931 ο Σαρτρ ζητά από τη Μποβουάρ να παντρευτούν –για πρακτικούς κυρίως λόγους– η Γαλλίδα είναι κάθετη: «ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών».

Για να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της, η Σιμόν γίνεται καθηγήτρια, αλλά το ναζιστικό κατοχικό καθεστώς την απολύει το 1943, επειδή υποστηρίζει τη σχέση μαθήτριάς της με Ισπανό εβραϊκής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, η Μποβουάρ έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, ενώ παίρνει μέρος στην οργάνωση ‘Σοσιαλισμός και Ελευθερία’ που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης.

Συχνάζει στο θρυλικό παρισινό καφέ Les Deux Magots, όπου οι πολιτικές και φιλοσοφικές συζητήσεις της με τον Σαρτρ και τους υπόλοιπους μένουν στην ιστορία. Όταν ο πόλεμος τελειώνει, αρχίζει η χρυσή εποχή για τη Σιμόν, που εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το πολιτικό περιοδικό ‘Les Temps Modernes’ στις σελίδες του οποίου αντανακλάται η ανατρεπτική της σκέψη πάνω στην πολιτική, τη φιλοσοφία και το γυναικείο ζήτημα. Είναι χαρακτηριστικό πως οι συντηρητικοί και καθολικοί κύκλοι της Γαλλίας την βλέπουν ως «πορνογράφο» και ως «νυμφομανή».

Στα μέσα του 1949, η Σιμόν ντε Μποβουάρ δημοσιεύει ‘Το Δεύτερο Φύλο’ (Le Deuxième Sexe), ένα έργο που σήμερα είναι γνωστό ως «η βίβλος του φεμινισμού» και που, σε κάθε περίπτωση, δίνει μια ριζοσπαστική ερμηνεία στο τι είναι γυναίκα. Για πρώτη φορά, η ταυτότητα της γυναίκας παρουσιάζεται ως κάτι μη φυσικό και μη δεδομένο, ως ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που συντηρεί συγκεκριμένες σεξουαλικές σχέσεις εξουσίας: «Γυναίκα δε γεννιέσαι, γίνεσαι».

Υπό το πρίσμα του υπαρξισμού, η Μποβουάρ βλέπει τη Γυναίκα ως το σημαντικότερο παράδειγμα του κοινωνικού «Άλλου», ως μία ύπαρξη που ιστορικά ορίζεται σαν το αδύναμο, αφύσικο και μη ομαλό αντίθετο του Άντρα και το γεγονός αποτελεί τη ρίζα της καταπίεσης των γυναικών. Η θεώρηση αυτή είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα στηριχθεί η μετέπειτα φεμινιστική λογοτεχνία, που περιστρέφεται γύρω από το κοινωνικό κατασκεύασμα της θηλυκής ταυτότητας και την έννοια του σεξουαλικού «Άλλου».

Κάπως έτσι, η Σιμόν αναδεικνύεται σε αρχιέρεια του φεμινισμού κατά την ταραγμένη δεκαετία του ’60, ένα κίνημα που έχει ξεφύγει από τη διεκδίκηση ψήφου και ίσων δικαιωμάτων και θέλει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Παράλληλα, θεωρείται παραδειγματική η στάση που κρατάει σε πολιτικά τεκταινόμενα όπως ο γαλλοαλγερινός πόλεμος.

Το έργο της Μποβουάρ είναι πολυδιάστατο, αφού περιλαμβάνει από πολιτικές θέσεις και φιλοσοφικά δοκίμια μέχρι μυθιστορήματα, βιογραφίες και θεατρικά έργα. Η αλληλοεπιρροή με το Σάρτρ είναι εμφανής σε πολλές περιπτώσεις, τόσο στα κείμενα της Μποβουάρ, όσο και σε αυτά του Σάρτρ, ακόμα και στο μεγαλούργημά του «Το Είναι και το Μηδέν».

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ πεθαίνει στις 14 Απριλίου 1986 από πνευμονία και θάβεται στο νεκροταφείο Μονπαρνάς του Παρισιού, δίπλα στον αγαπημένο της Σαρτρ.

Ήταν συγγραφέας, φιλόσοφος, ακτιβίστρια αλλά πάνω απ’ όλα ήταν αυτή που άλλαξε ριζικά τον τρόπο που οι κοινωνίες αντιλαμβάνονται τη γυναίκα.

Ας δούμε πέντε, από τα πολλά, πράγματα που δίδαξε η Σιμόν Ντε Μποβουάρ στις γυναίκες και στον κόσμο ολόκληρο:
Δεν γεννιέσαι γυναίκα. Γίνεσαι γυναίκα.

Η Μποβουάρ ήταν υπαρξίστρια. Ως εκ τούτου θεωρεί ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας. Επομένως δε γεννιέται κανείς γυναίκα αλλά γίνεται.
Στο διάσημο βιβλίο της «Το Δεύτερο Φύλο», το οποίο βρισκόταν για χρόνια στη λίστα του Βατικανού με τα απαγορευμένα βιβλία, βλέπει πώς έχει κατασκευαστεί κοινωνικά η ταυτότητα της γυναίκας. Για πρώτη φορά η Μποβουάρ αναλύει πώς η γυναίκα παρουσιάζεται ως το τυπικό παράδειγμα Άλλου και αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που είναι καταπιεσμένη.
«Η βιολογία και το φύλο δεν αποτελούν πεπρωμένο»

Με απλά λόγια υπάρχει ένα κοινωνικό στερεότυπο, το οποίο έχει αναπτυχθεί εδώ και πολλά χρόνια, όπου η γυναίκα αντιλαμβάνεται με ένα συγκεκριμένο τρόπο, ως παρέκκλιση, ως ανωμαλία και αν οι ίδιες οι γυναίκες δεν καταρρίψουν αυτό το στερεότυπο, τότε δε θα πάψουν να είναι καταπιεσμένες,
«Το να κερδίσεις ένα άντρα είναι τέχνη. Το να τον κρατήσεις είναι επάγγελμα»

Είναι ειρωνικό αλλά ένας από τους λόγους που θυμόμαστε την μητέρα του φεμινισμού είναι για την ιδιαίτερη σχέση της με τον φιλόσοφο-υπαρξιστή Ζαν Πωλ Σαρτρ.


Θεωρούσαν ότι είναι «ουσιώδεις» εραστές, πνευματικοί σύντροφοι, είχαν άλλες ερωτικές σχέσεις είτε μόνοι τους, είτε μαζί.

Η Σιμόν είχε πει για τη σχέση της με τον Σαρτρ: ”Στην ζωή μου είχα μια αδιαμφισβήτητη επιτυχία: τη σχέση μου με τον Sartre. Σε περισσότερο από τριάντα χρόνια, μόνο μια φορά πήγαμε για ύπνο τσακωμένοι.”


“Ο γάμος είναι περιορισμός, αστικοποίηση, αλλά και θεσμοθετημένη παρέμβαση του κράτους στην ιδιωτική ζωή των πολιτών”.

Η Μποβουάρ δε παντρεύτηκε ποτέ με τον Σαρτρ, ορκίστηκαν να μη κάνουν παιδιά και έμεναν σε διαφορετικά σπίτια.

Η σχέση τους σόκαρε την τότε κοινωνία, καθώς ήταν αρκετά ελεύθερη για εκείνα τα δεδομένα.
«Μία γυναίκα νιώθει πως γέρασε, από τη στιγμή που οι άλλοι παύουν να την κακολογούν.»

Ουκ ολίγες φορές βρέθηκαν σε εξώφυλλα περιοδικών, πολλοί έλεγαν πώς η Μποβουάρ ήταν «πορνογράφος» και «νυμφομανής».


Παράλληλα η ίδια είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τον υπαρξιστή Σαρτρ, κάτι που φαίνεται από τα γραπτά της και πολλοί την κατηγορούσαν γι’ αυτό. Ωστόσο και ο Σαρτρ είχε επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τις αντιλήψεις της, κάτι που φαίνεται έντονα στο έργο του.

Τέλος, να σημειωθεί ότι η Σιμόν Ντε Μποβουάρ ήταν εξίσου ικανή δοκιμιογράφος, συγγραφέας, στοχαστής. Μετά τον θάνατο της, όπως γίνεται συνήθως, αναγνωρίστηκε το έργο της και σήμερα θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα.


neolaia.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου