Δευτέρα 27 Ιουλίου 2015

Κώστα Καναβούρη: Η ήττα ως καταστατική παράβαση


Ξερίζωσε την εικονολατρία από το τοπίον σου

Και πλούτισε την ουτοπίαν με φαντάσματα

Που δεν αναγνωρίζονται από συγγενείς

Ούτε από συντρόφους. Αλλιώς

Πώς θ' αντιμετωπίσεις το άγνωστόν σου Εγώ

Άμα βγεις απ' το μετρό ή την Σαχάρα;

Νικόλαος Κάλας

(Οδός Νικήτα Ράντου)
Κι όμως. Υπάρχουνε πολλοί τρόποι για να μην παραδεχτείς την ήττα. Όχι από καταστατική υποχρέωση ηρωισμού, αλλά επειδή αυτό είναι αδήριτη ανάγκη της αριστερής μεροληψίας προς όφελος των αδυνάτων, αλλά και η υπαρξιακή ανάγκη που προκύπτει από αυτή την τοποθέτηση. Κι επειδή έγινε πολύς λόγος αυτές τις μέρες για τον στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη, «γιατί εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα», όσοι τον επικαλούνται θα ήταν καλό να διαβάσουν μια πρόσφατη αφήγηση του Κλέαρχου Τσαουσίδη στην «Αυγή». Σύμφωνα μ' αυτή την αφήγηση, σε μια πολιτική συγκέντρωση στη Θεσσαλονίκη λίγο μετά τη χούντα και λίγο μετά την αποτυχία του εγχειρήματος της «Ενωμένης Αριστεράς», ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο άνθρωπος που αποδεδειγμένα (με λόγο και πράξη) δεν παραδέχτηκε την ήττα, κινδύνευσε με ξυλοδαρμό από τους θερμόαιμους «ορθόδοξους» της ΚΝΕ, μάλλον επειδή ως προδότης του ΚΚΕ εσ. ξεπούλησε τους αγώνες και τις θυσίες και τους ηρωισμούς και τις φυλακές και όλες τις άλλες έννοιες που μουμιοποιημένες φυλάσσονται στο ιερό σκευοφυλάκιο ως απαράβατα επιχειρήματα στον διαρκή πόλεμο των πεποιθήσεων εντός της Αριστεράς. Έναν πόλεμο βεβαίως ο οποίος είναι εξαιρετικά χρήσιμος στον ταξικό αντίπαλο. Για την ιστορία να θυμίσω ότι -σύμφωνα πάντοτε με την αφήγηση του Κλέαρχου Τσαουσίδη- εκείνη η παρ' όλιγον... χειρωνακτική έκθεση επιχειρημάτων προς τον Μανόλη Αναγνωστάκη έληξε χάριν στα μπράτσα κάποιων ψύχραιμων που τον προστάτευσαν.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα. Το λέω επειδή θεωρώ ότι αυτές τις μέρες δοκιμάστηκε (ενδογενώς) άγρια το ηθικό υπόβαθρο της Αριστεράς στον πυρήνα του: δηλαδή στο απόθεμα περηφάνιας, αξιοπρέπειας και αγωνιζόμενης αγωνίας που συνιστά την ίδια της την ύπαρξη. Εμφανίστηκε στα μάτια μας μια κυβερνητική Αριστερά, άτολμη, υποταγμένη, ψελλίζουσα, ανεύθυνη, βαριά ηττημένη, αποδεχόμενη την ήττα της, απομακρυσμένη από τα νάματα της καταγωγής της. Και έτσι προκύπτει (οίκοθεν) το αμείλικτο ερώτημα: μια τέτοια Αριστερά θέλουμε; Ή διαφορετικά: και τι χρειάζεται μια τέτοια Αριστερά; Οπότε το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα: αν είναι να καταντάει έτσι η Αριστερά, καλύτερα να μην κυβερνάει. Κι ακόμα περισσότερο εκείνο το καταχθόνιο: η Αριστερά δεν είναι φτιαγμένη για να κυβερνάει αλλά για να διεκδικεί προς όφελος του λαού.

Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, αυτό προέκυψε ως ηθικό περίβλημα της Αριστεράς τούτες τις μέρες, πέρα από τα αλλοπρόσαλλα "καταψηφίζω αλλά στηρίζω την κυβέρνηση". Με άλλα λόγια, αποχωρώ και κλείνομαι στο απόρθητο κάστρο των καταστατικών μου πεποιθήσεων και όποτε θεωρώ Εγώ ότι χρειάζεται, κάνω και μια βόλτα στην ανοχύρωτη Ρώμη της πραγματικότητας. Κανένα «φάντασμα στις πεποιθήσεις». Δηλαδή δεν υπάρχει ο κίνδυνος της φαντασίας. Τα καταστατικά μπορούν να κοιμούνται ήσυχα μέσα στα άρθρα τους. Και άσε τον σπαρακτικό Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο να σημειώνει στη συλλογή του με (τον καθόλου τυχαίο) τίτλο, «Ραγισμένο Ταμπούρλο»: (...) «τώρα οι σημαίες κείτονται στα καταστατικά / οι λέξεις που 'βαζαν φωτιά γίνονται πάλι λέξεις».

Θέλω να πω με όλα αυτά ότι η κυβέρνηση (με κύριο αιμοδότη τον ΣΥΡΙΖΑ) υπέστη αυτές τις μέρες μια άγρια κακοποίηση του ηθικού της περιεχομένου με αποτέλεσμα την κατασπατάληση του πολιτικού της κεφαλαίου. Και μην ξεχνάμε ότι είναι ένα πολιτικό κεφάλαιο που τώρα μόλις, με κόπο τεράστιο και πόνο τραυμάτων, δημιουργείται. Κι αυτό το κεφάλαιο κανένας δεν έχει δικαίωμα να το σπαταλήσει. Τώρα που οι λέξεις ελπίδα, αξιοπρέπεια, υπερηφάνεια ξεμυτίζουν από τα καταστατικά και πάνε να γίνουν και πάλι λέξεις πυριφλεγείς, κανένας δεν έχει δικαίωμα να τις ξανακλείσει εκεί μέσα. Χρειάστηκε απίστευτη οδύνη και απίστευτες μάχες (με νίκες και ήττες) για να αντιμετωπίσουμε το «άγνωστό μας Εγώ», ατομικό και συλλογικό, και να φτάσουμε εδώ. Κανείς δεν μας το χάρισε αυτό το «εδώ» και σε κανέναν δεν το χαρίζουμε. Ούτε στην αλαζονεία της μειοψηφίας, ούτε στη δεσποτική χρήση της πλειοψηφίας. Ούτε στον στενόκαρδο πραγματισμό ούτε στην φαντασιόπληκτη εντιμότητα. Κανενός η κούραση δεν είναι καλύτερη από του άλλου. Και είναι πολύ κακή υπηρεσία να ηρωοποιείς τον εαυτό σου (έστω κι αν δεν είναι στις προθέσεις σου), λέγοντας «εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα», υποβάλλοντας έτσι την καταστροφική κατηγορία «εσύ την παραδέχτηκες». Κανένας δεν παραδέχτηκε την ήττα. Γιατί αυτό σημαίνει «φεύγουμε, εγκαταλείπουμε τη χαρά στους ανίδεους», όπως θα έλεγε και ο Γιώργος Σαραντάρης. Δηλαδή δεν είμαστε ποιητές του μέλλοντός μας με επιμονή κηπουρού και υπομονή αλιέως, αλλά πειθαναγκασμένα έρμαια ισχυρών αποφάσεων.

Αυτό είμαστε λοιπόν; Ιδρυματικοί των καταστατικών μας όρκων; Φυλακισμένα καλλικέλαδα που μόλις αφέθηκαν ελεύθερα ένιωσαν αδύναμα τα φτερά τους και επέστρεψαν στο κλουβί για να μπορούν να κελαηδούν; Αν είναι έτσι, το τραγούδι τους δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά το τραγούδι της σκλαβιάς τους, το τραγούδι επομένως της φρίκης. Α, και κάτι άλλο: η σκλαβιά, όπως αποχρωματίζει τα ωδικά πτηνά, έτσι αποχρωματίζει και τις λέξεις.

Δεν γίνεται να προχωρήσουμε έτσι, με το καταστατικό σαν νυστέρι. Γιατί τότε, όσα συνέδρια ανοιχτά ή κι αν κλειστά γίνουν, όσες συνεδριάσεις των οργάνων, όσες αποφάσεις κι αν καταγραφούν, θα φτάσει πάλι η φοβερή στιγμή που θα πει ο ένας στον άλλον (πάλι από το «Ραγισμένο Ταμπούρλο»): (...) «κοίτα πού κείτονται οι άνεμοι που ανάθρεφες σελίδα τη σελίδα / χαρτιά χαρτιά χαρτιά που δεν θα γίνουνε ποτέ σημαίες / τρικάταρτα όνειρα που λιώνουνε στην πρωινή ομίχλη».

Να μην γίνει έτσι. Αυτή είναι η ύψιστη καταστατική μας υποχρέωση. Διαφορετικά θα έχουμε πράγματι παραδεχτεί την ήττα. Ως απόλυτη παράβαση του καταστατικού.

Κώστας Καναβούρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου