Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ;

Του ΑΝΔΡΕΑ ΖΑΦΕΙΡΗ  Η εικόνα του πιο θλιβερού πρωθυπουργού των τελευταίων δεκαετιών δίπλα στη Γερμανίδα καγκελάριο αυτόματα «δημιουργεί» το ερώτημα: Γιατί η γερμανική ηγεσία δεν έκανε έστω και την ελάχιστη παραχώρηση ,ώστε να δώσει τον απαραίτητο πολιτικό χρόνο που εκλιπαρούσε η ελληνική κυβέρνηση, ελπίζοντας να ξεπεράσει τον κάβο των 180 με μια επικοινωνιακή αντεπίθεση; Δε θέλει; Δε μπορεί; Ή μήπως προτιμά να διαπραγματευτεί στο άμεσο μέλλον με μια άλλη κυβέρνηση;
Συχνά κατανοούνται τέτοιου είδους εξελίξεις
μόνο από την σκοπιά της οικονομίας , χωρίς να υπολογίζεται η πολιτική, ως πολιτική εξουσία του κεφαλαίου και μάλιστα σε ένα πλαίσιο όπου η ανισομετρία, σε όλα τα επίπεδα, δεν αποτελεί απλά τον κανόνα, αλλά ένα κανόνα που ενισχύεται. Από την άλλη, πολλές φορές κατανοείται η πολιτική του ιμπεριαλισμού αποσπασμένη από την οικονομική του βάση (οι αδυσώπητοι , ανάλγητοι Γερμανοί, οι Έλληνες προδότες πολιτικοί κλπ).

Η κατανόησης της σχέσης οικονομίας-πολιτικής επιτρέπει επίσης να κατανοηθεί η σχέση της πολιτικής που εκπορεύεται από τα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα τόσο με την οικονομική βάση των χωρών αυτών όσο και με την ιδιαίτερη θέση της συγκεκριμένης χώρας (Ελλάδα) στο σύστημα. Μια τέτοια κατανόηση ( για παράδειγμα: αλληλεξάρτηση, εξάρτηση ή μη, μικροϊμπεριαλισμός ) οδηγεί και σε αντίστοιχη τακτική, στρατηγική και μέτωπα πάλης.

Ο Λένιν έγραψε το έργο του «Ο ιμπεριαλισμός - ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», την άνοιξη του 1916 στη Ζυρίχη. Ένα χρόνο πριν, τον Αύγουστο του 1915 είχε δημοσιεύσει το άρθρο «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Και τα δύο κείμενα , στις βασικές τους κατευθύνσεις, επιμένουν, κόντρα σε θεούς και άσπονδους φίλους, να παραμένουν επίκαιρα.

Ο παρασιτισμός, η ανισομετρία και ο πόλεμος (ταξικός /κοινωνικός αλλά και συμβατικός) δεν αποτελούν συμπτώματα ασθενείας ενός εύρωστου οργανισμού αλλά το ακριβώς αντίθετο. Δομικάχαρακτηριστικά που ενισχύθηκαν. Και για να αποφύγουμε το πειρασμό του ανεπίλυτου διλήμματος που αφορά τη σχέση ανάμεσα στο μαρξισμό και τον οικονομικό ντετερμινισμό, να τονίσουμε την καθοριστική σημασία που είχε σε αυτή την έκβαση η πορεία της ταξικής πάλης και η μεγάλη υποχώρηση του πρώτου κύματος των σοσιαλιστικών επαναστάσεων.

ΠΑΡΑΣΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΗΓΕΜΟΝΙΑ

«...είναι απαραίτητο να σημειώσουμε ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο και η αντίστοιχη σε αυτό διεθνής πολιτική, που οδηγεί στον αγώνα των μεγάλων δυνάμεων για το οικονομικό και πολιτικό μοίρασμα του κόσμου, δημιουργούν ολόκληρη σειρά από μεταβατικές μορφές κρατικής εξάρτησης. Χαρακτηριστικές για αυτή την εποχή δεν είναι μόνο οι δύο βασικές ομάδες χωρών: οι χώρες που κατέχουν αποικίες και οιαποικιακές χώρες, αλλά και ποικίλες μορφές των εξαρτημένων χωρών, που πολιτικά, τυπικά είναι ανεξάρτητες, στην πράξη όμως είναι μπλεγμένες στα δίχτυα της χρηματιστικής και της διπλωματικής εξάρτησης (...)
(...) Ο κόσμος χωρίστηκε σε μια χούφτα κράτη-τοκογλύφους και σε μια τεράστια πλειοψηφία κράτη-οφειλέτες». V. I Lenin

Μέσα στη πορεία του χρόνου αυτή η τάση ενισχύθηκε. Το 1980 τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανέρχονταν γύρω στα 12 τρισ δολάρια ( το 120% του παγκόσμιου ΑΕΠ) . Ως το2000 τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία είχαν ανέλθει στα 119 τρισ δολάρια (στο 310% του παγκόσμιου ΑΕΠ).

Το 2008 , με την έναρξη της κρίσης, υπέστησαν μια πτώση της τάξης του -8,3% και έπεσαν στα 189 τρισ δολάρια.

Προκειμένου να μην συνεχιστεί αυτή η πτώση δαπανήθηκαν δεκάδες τρις δολάρια που αντλήθηκαν από τη πρωτοφανή επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και την ένταση της ανισομετρίας.

Κάπως έτσι, το 2012 ξεπέρασαν τα 225 τρισ δολάρια. Δεν μπόρεσαν όμως να επιστρέψουν στους ρυθμούς ανόδου προ του 2007. Και αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο.

Ο παρασιτισμός δεν βρήκε πουθενά αλλού πιο γόνιμο έδαφος από την Ε.Ε. , όπου η ίδια η ύπαρξη του ευρώ εξαρτήθηκε από την γιγάντωση του χρηματοπιστωτικού τομέα της ευρωζώνης.

Παράλληλα η εξαγωγή κεφαλαίου αποτέλεσε την βασική κινητήρια δύναμη της λεγόμενης «παγκοσμιοποίησης» .

Από 0,5 τρισ δολ. το 1980, ( το 4% του παγκόσμιου ΑΕΠ) , έφτασε το 2007 στα 11,8 τρισ δολ. (το 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ). Η κρίση όμως οδήγησε σε κάθετη πτώση της τάξης άνω του 60%.(4,6 τρις δολάρια το 2012). Και αυτό είναι ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο.

Εντός της ευρωζώνης τα διασυνοριακά δάνεια αυξήθηκαν κατά 19% την περίοδο 2000-07, με μεγάλο κερδισμένο το ευρωπαϊκό τραπεζικό καρτέλ με επικεφαλής την ΕΚΤ. Και όταν λέμε ΕΚΤ...

Η Γερμανία χάρη στην ευρωζώνη μετατράπηκε σε μια από τις κυρίαρχες οικονομίες εξαγωγής κεφαλαίου στην Ευρώπη και παγκόσμια. Από 3,3% του ΑΕΠ της (το 2000) η διεθνής επενδυτική θέση της Γερμανίας, εκτινάχθηκε στο 40,4% το 2012 . Το 2012 η Γερμανία εξήγαγε σε καθαρή βάση (δηλαδή μείον το κεφάλαιο που εισήχθη στην Γερμανία) κεφάλαιο αξίας 1,1 τρις ευρώ, κατείχε το 14,8% της παγκόσμιας εξαγωγής κεφαλαίου και ήταν πρώτη ανάμεσα στις χώρες που εξήγαν κεφάλαιο στην παγκόσμια οικονομία με δεύτερη την Κίνα (13,3%).

Η ίδια η Deutsche Welle, ομολογούσε ότι λόγω των χαμηλών επιτοκίων με τα οποία δανείζεται η Γερμανία αλλά και της μεγάλης ζήτησης που έχουν τα γερμανικά ομόλογα εν μέσω κρίσης, το γερμανικό κράτος είχε (μεταξύ 2010 και 2014) επιπλέον έσοδα ύψους 40,9 δισ. ευρώ.

Ο αγώνας και η αγωνία της Γερμανίας ήταν και είναι να κρατήσει πάση θυσία την δεσπόζουσα θέσητης στην εξαγωγή κεφαλαίου. Η εξαγωγική δυναμική της Γερμανίας εξαρτάται πρώτα και κύρια από την όλο και μεγαλύτερη μετατροπή των υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης σε οικονομίες καθαρής υποδοχής κεφαλαίου.

Εδώ όμως είναι που «συναντιέται» η οικονομία με την πολιτική και πιο συγκεκριμένα η κρίση με τη διαδικασία αναδιάταξης δυνάμεων . Μιας τέτοιας κλίμακας οικονομία προϋποθέτει και την ύπαρξη αντίστοιχης (πλανητικών διαστάσεων) αγοράς , «κατοχυρωμένης» σε βάθος χρόνου. Μια τέτοια «κατοχύρωση» και με τις δοσμένες συνθήκες δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στη βάση οικονομικών μόνο όρων. Απαιτούνται και πολιτικές και στρατιωτικές δυνατότητες. Και εδώ είναι το αδύνατο σημείο της Γερμανίας και εξηγεί πολλές πλευρές της σχέσης της με τις ΗΠΑ. Η «κόντρα» σε σχέση με το ρόλο και τη παρουσία του ΔΝΤ είναι πλευρά αυτής της σύγκρουσης.

Τα περιθώρια έχουν στενέψει απελπιστικά για την αστική τάξη της χώρας. Η κρίση, σε συνδυασμό με την η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή του ιμπεριαλισμού συναντιούνται με τη συνολική διαδικασία ανακατανομής.

Η αρχική απάντηση που είχε επιλεγεί από τα ιμπεριαλιστικά κέντρα ( «χαμηλής έντασης» καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και πάνω από όλα της πιο σημαντικής – της εργατικής τάξης σε συνδυασμό με την «τοκογλυφία» και την παραγωγική αποσυγκρότηση των εξαρτημένων χωρών), δεν αρκεί πλέον.

Μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο που δημιουργούν οι «ειλημμένες υποχρεώσεις και συμμαχίες» η«διαπραγμάτευση» δεν είναι θέμα ούτε επιθυμίας, ούτε ικανοτήτων. Είναι θέμα ισχύος. Και κάπου εκεί τελειώνουν οι ουτοπίες και αρχίζουν οι δύσκολες αποφάσεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου