Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Αποζημίωση ψυχής: Το ψυχικό κόστος της άδικης καταδίκης και φυλάκισης

Από την Κωνσταντίνα Θεοδοσιάδου

Ένας άνθρωπος ήταν φυλακισμένος για 5 χρόνια χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις για την ενοχή του. Πολλοί είναι εκείνοι που χάρηκαν και πανηγύρισαν για την αθώωση και αποφυλάκισή του. Πολλοί είναι εκείνοι που πιστεύουν ότι θα έπρεπε να είναι ακόμα φυλακισμένος. Πολλοί είναι εκείνοι που βρίσκονται στην ίδια θέση στην οποία βρισκόταν μέχρι πριν λίγες μέρες ο Τάσος. Όπως η Ηριάννα Β. Λ. και ο Περικλής που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στη φυλακή χωρίς να έχει αποδειχτεί η ενοχή τους. Μερίδα της κοινωνίας, δημοσιογράφοι και πολιτικοί επιθυμούν τη φυλάκιση αυτών των δύο νέων λόγω των πολιτικών τους φρονημάτων, των περιοχών που συχνάζουν, των συντρόφων και των φίλων τους, των δύο επιθέτων της κοπέλας, των ταξιδιών στη Βαρκελώνη του Περικλή και φαίνεται να μην τους απασχολεί ιδιαίτερα η ανυπαρξία ενοχοποιητικών στοιχείων και μαρτύρων. Ο MacFarlane (2005) αναφέρει ότι όσο οι αποφάσεις για την αθωότητα ή την ενοχή κάποιου παραμένουν, όπως και πρέπει, στη δικαιοδοσία των ανθρώπων, θα συνεχίσουν να υπάρχουν άδικες καταδίκες. Είναι όμως ευθύνη του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης να εξασφαλίζει τον περιορισμό τέτοιων φαινομένων κακοδικίας.

Ανεξάρτητα από το αν είναι κάποιος υπέρ ή κατά της αποφυλάκισης των προαναφερθέντων νέων και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που απέδειξαν την αθωότητά τους και αποφυλακίστηκαν μετά από χρόνια, αξίζει να αναλογιστούμε τα εξής: Ποιο είναι το ψυχικό κόστος του να ζει κάποιος φυλακισμένος ενώ είναι αθώος; Πόσο εύκολο είναι για κάποιον να ξαναχτίσει τη ζωή του μετά από μια άδικη καταδίκη και φυλάκιση;

Η σύλληψη και προσαγωγή σε κάποιο αστυνομικό τμήμα προκαλεί μια απότομη και υπερβολική διακοπή της κανονικής ζωής του ατόμου, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην εκδήλωση ψυχολογικών διαταραχών. Μετά την άδικη καταδίκη και φυλάκισή τους, τα άτομα χάνουν την αίσθηση ασφάλειας, την αίσθηση του εαυτού και της ταυτότητας. Η εχθρική δημοσιότητα γύρω από το πρόσωπό τους προκαλεί αισθήματα ντροπής και ταπείνωσης. Αυτό που βιώνουν οι αθώοι που καταδικάζονται είναι μια “παράλογη ταλαιπωρία” καθώς υποφέρουν χωρίς νόημα ή αιτιολόγηση. Συχνά νιώθουν θυμό, φόβο, μοναξιά και την απανθρωπιά που συνδέεται με την τιμωρία για εγκλήματα που δεν έχουν διαπράξει.

Τα άτομα που φυλακίζονται ενώ είναι αθώα μπορεί να πάσχουν από διάφορους τύπους ψυχολογικών διαταραχών, σε διαφορετική κλίμακα ο καθένας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο ή και καθόλου. Όλοι όμως υποφέρουν. Η ψυχολογική αντίδραση του κάθε ατόμου επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Τις προϋπάρχουσες ψυχολογικές διαταραχές, τα ενοχικά σύνδρομα, τις προηγούμενες εμπειρίες με τις αρχές, την ικανότητα διαχείρισης της αίσθησης ανημποριάς που προκαλεί μια τέτοια παράδοξη προσωπική εμπειρία και την ύπαρξη ή όχι υποστηρικτικών σχέσεων.

Όταν αποφυλακίζεται, ο απαλλαγμένος πια από τις κατηγορίες έρχεται αντιμέτωπος με την έλλειψη πρόνοιας και στήριξης από κοινωνικές υπηρεσίες ώστε να μπορέσει να ξαναχτίσει τη ζωή του και σπάνια λαμβάνει κάποια αποζημίωση ή έστω απολογία από το σύστημα που τον καταδίκασε άδικα. Έχει μια αίσθηση κενού, νιώθει ότι του έχουν κλέψει μεγάλα κομμάτια της ζωής του και ότι η κλοπή αυτή είναι άνευ αιτίας και νοήματος. Τα ψυχολογικά συμπτώματα που εκδηλώνει, μοιάζουν με εκείνα των βετεράνων πολέμου και των επιζώντων βασανιστηρίων, καθώς όταν ένα άτομο απομονώνεται, ανακρίνεται, καταδικάζεται άδικα και φυλακίζεται, πληρούνται όλα τα κριτήρια του βασανιστηρίου. Η κατάστασή του μοιάζει επίσης πολύ με την περίπτωση της απαγωγής, με τη διαφορά ότι το θύμα απαγωγής απολαύει της συμπάθειας, κατανόησης και στήριξης της κοινωνίας, ενώ ο απαλλαγμένος εξακολουθεί να φέρει το στίγμα του πρώην κατάδικου παρά το ότι έχει αθωωθεί και αποτελεί και ο ίδιος θύμα του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

Οι συνήθεις συνέπειες της άδικης καταδίκης και φυλάκισης στην ψυχική υγεία των ατόμων είναι οι διαταραχές άγχους, οι αλλαγές στην προσωπικότητα, η δυσκολία προσαρμογής στην ελευθερία και αντιμετώπισης απροσδόκητων γεγονότων, η αποφυγή κοινωνικών επαφών, οι αυτοκτονικοί ιδεασμοί και ο θυμός. Τουλάχιστον το 28% πάσχει από Μετατραυματικό στρες (PTSD) μαζί με άγχος (38%) και κατάθλιψη (40%). Πολλοί από τους απαλλαγμένους μπορεί να μην καταφέρουν ποτέ να ξεπεράσουν αυτή την εμπειρία γιατί πολύ συχνά έρχονται αντιμέτωποι με ερωτήσεις, κακόβουλα αστεία και εξευτελιστικά σχόλια. Πολλοί επίσης δε μπορούν να ξεπεράσουν το φόβο και το άγχος ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να συλληφθούν πάλι χωρίς να έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα. Ένας ακόμα παράγοντας που εντείνει το άγχος είναι η έλλειψη ευκαιριών για δουλειά. Το 57% των απαλλαγμένων δεν επανέρχεται ποτέ στο οικονομικό επίπεδο που βρισκόταν πριν τη φυλάκιση και αναγκάζεται να φιλοξενείται και να ζει με άλλους ανθρώπους. Η ανεργία, η φτώχεια, η εξάρτηση από άλλους και η έλλειψη οικογενειακών δεσμών σε συνδυασμό με την κατάθλιψη και την κοινωνική απόρριψη μπορεί να οδηγήσουν στη χρήση ουσιών, στον αλκοολισμό και στην κοινωνική αποξένωση και απόσυρση.

Η αποφυλάκιση, ειδικά όταν γίνεται μετά από πολλά χρόνια, συνοδεύεται από έντονα και χρόνια αισθήματα απώλειας και πικρίας. Οι απαλλαγμένοι πενθούν. Πενθούν για το χρόνο που έχασαν μέσα στη φυλακή, για τα αγαπημένα τους πρόσωπα που πέθαναν σε αυτό το διάστημα, για τη χαμένη αίσθηση ασφάλειας, για τον ίδιο τους τον εαυτό. Στην περίπτωση που η φυλάκισή τους αφορά τη δολοφονία κάποιου αγαπημένου τους προσώπου, καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα το πένθος και τη θλίψη τους για το άτομο εκείνο και τα συναισθήματά τους για την κατάσταση που βιώνουν (άγχος, θλίψη, φόβο, θυμό).

Οι περιπτώσεις κατά τις οποίες άνθρωποι που έχουν αποφυλακιστεί μετά από άδικη καταδίκη καταφέρνουν να επανέλθουν στους πρότερους ρυθμούς ζωής και χωρίς κάποια συνέπεια στην ψυχολογική τους κατάσταση είναι λίγες. Στην πλειοψηφία τους οι απαλλαγμένοι υποφέρουν από άγχος, φόβο, εφιάλτες και αναδρομές στο παρελθόν, έχουν χάσει μεγάλο μέρος του υποστηρικτικού τους περιβάλλοντος, είναι αντιμέτωποι με την ανεργία και τη φτώχεια και ζουν κοινωνικά απομονωμένοι. Πώς να επιστρέψουν σε μια κοινωνία όπου οι αρχές και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν διαμορφώσει το προφίλ τους ως εγκληματίες και πολλές φορές δεν ανακαλούν ούτε μετά την αθώωσή τους; Πώς μπορούν να εμπιστευτούν ξανά το σύστημα που αντί να τους προστατέψει, παραβίασε τα δικαιώματά τους και έκλεψε χρόνια από τη ζωής τους; Πώς μπορούν να ζήσουν νιώθοντας ασφάλεια και προστασία μέσα σε μια κοινωνία που έκανε ένα τόσο κατάφωρο λάθος;

Ο Grounds (2005) προτείνει τρεις τρόπους για να βοηθήσει τους άδικα καταδικασμένους στη διαδικασία επανένταξης. Πρώτον, να ενημερωθούν οι συγγενείς και ο ίδιος ο πρώην φυλακισμένος για τα προβλήματα που πρόκειται να αντιμετωπίσουν και να παραπεμφθούν σε κάποιον ειδικό για συμβουλές και υποστήριξη. Δεύτερον, να λάβει ο πρώην φυλακισμένος εξατομικευμένη ψυχιατρική και ψυχολογική βοήθεια, από τη μία για τη θεραπεία συγκεκριμένων διαταραχών, όπως η κατάθλιψη και το μετατραυματικό στρες, και από την άλλη για τη συμφιλίωση με το γεγονός ότι έχασε τόσα χρόνια από τη ζωή του. Τέλος, προτείνει τη συνεργασία ενός θεραπευτή με την οικογένεια ώστε να τους βοηθήσει να αναπτύξουν τους κατάλληλους μηχανισμούς αντιμετώπισης της κατάστασης. Ο Kirk Bloodsworth, πρώην άδικα φυλακισμένος, δηλώνει ότι αυτό που χρειάζονται οι απαλλαγμένοι περισσότερο δεν είναι τόσο η απολογία των αρχών, όσο η αποδοχή. “Μια αγκαλιά. Αυτό ήθελα περισσότερο από οτιδήποτε. Ήθελα να αγαπηθώ ξανά. Ήθελα οι άνθρωποι να με σέβονται. Δεν ήθελα να σκέφτονται πια ότι ήμουν ένας παιδοκτόνος… Ήθελα αγάπη και αποδοχή“.

Η σπουδαία σημασία που έχει το να μην καταδικαστεί και να μη φυλακιστεί ποτέ ένας αθώος άνθρωπος αποτυπώνεται σε μια άποψη του Βρετανού δικαστή William Blackstone (1769). “It is better that ten guilty persons escape than that one innocent suffer”, δηλαδή “Είναι καλύτερο να αποδράσουν δέκα ένοχοι παρά να υποφέρει ένας αθώος”. Η άποψή του αυτή βασίζεται στο σκεπτικό ότι είναι πιο σημαντικό να προστατευτεί ο αθώος, παρά να τιμωρηθεί ο ένοχος διότι τα εγκλήματα είναι τόσο συχνά που δε μπορούν να καταδικαστούν όλα, αλλά όταν η αθωότητα κάποιου βρίσκεται στο εδώλιο και καταδικάζεται, το συμπέρασμα που σχηματίζει ο κατηγορούμενος είναι ότι δεν έχει σημασία πόσο σωστά ή όχι συμπεριφέρεται καθώς η αρετή δεν του παρέχει τελικά καμιά ασφάλεια. Κι αν μια τέτοια πεποίθηση ριζώσει στις συνειδήσεις των ανθρώπων, αυτό θα είναι το τέλος οποιασδήποτε ασφάλειας.



Πηγές

Clow, K. A., Leach, A. M., & Ricciardelli, R. (2012). Life after wrongful conviction. Conviction of the innocent: Lessons from psychological research, 327-341.

MacFarlane, B. (2005). Convicting the innocent: A triple failure of the justice system. Manitoba Law Journal, 31(3), 403-484.

Scott, L. (2009). It never, ever ends: The psychological impact of wrongful conviction. American University Criminal Law Brief, 5(2), 10-22.

Simon, R. I. (1993). The psychological and legal aftermath of false arrest and imprisonment. Journal of the American Academy of Psychiatry and the Law Online, 21(4), 523-528.

Weigand, H. (2008). Rebuilding a life: The wrongfully convicted and exonerated. Public Interest Law Journal, 18, 427-437.

Westervelt, S. D., & Cook, K. J. (2010). Framing innocents: The wrongly convicted as victims of state harm. Crime, Law and Social Change, 53(3), 259-275.

William Blackstone. Wikipedia. (https://en.wikipedia.org/wiki/William_Blackstone)

nostimonimar.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου