Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Πτυχές της παιδείας στην παραγωγική ανασυγκρότηση

Του Γιάννη Περάκη

Θέσεις για την παιδεία
1. Δημόσια, δωρεάν, δημοκρατική, μαζική εκπαίδευση και ποιοτικά αναβαθμισμένη, υψηλού επιπέδου εκπαίδευση.
2. Αποτελεί καθολικό ανθρώπινο δικαίωμα και κοινωνικό αγαθό. Είναι υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει δωρεάν ποιοτική εκπαίδευση ισότιμα σε όλους, με στόχο την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας.
Νεοφιλελεύθερα1 ιδεώδη και μνημόνια παράγουν μια εκπαιδευτική πολιτική με σαφές ταξικό πρόσημο που, σε συνθήκες κρί-σης, παροξύνει τις ταξικές και κοινωνικές ανισότητες. Ενισχύει τον αναλφαβητισμό και τους αποκλεισμούς, εντείνει τον αντα-γωνισμό. Μειώνει τις ροές προς την Ανώτατη Εκπαίδευση, συρρικνώνει τη δημόσια εκπαίδευση σε οικονομικούς πόρους υπο-δομές, ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και περιεχόμενο. Με πρόσχημα το χρέος, οι δαπάνες για την εκπαίδευση έφτασαν σε ορια-κά επίπεδα: στο 2,51 % επί του ΑΕΠ που αντιστοιχεί στο 50% των δαπανών του 2009. Σχολεία, ΑΕΙ και Ερευνητικά Κέντρα πρα-κτικά αδυνατούν να λειτουργήσουν. Στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια εκπαίδευση καταργήθηκαν ή συγχωνεύθηκαν από το 2011 πάνω από 1.200 σχολεία και 102 επαγγελματικές σχολές, περίπου το 10% των σχολικών μονάδων. Το ποσοστό αυτό συνεχώς αυξάνει. Στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση το νέο θεσμικό πλαίσιο (Ν.4009/11, Ν.4076/12 κλπ) και το σχέδιο "Αθηνά" οδηγούν στη συρρίκνωση και αλλοίωση των ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών της Ανώτατης Εκπαίδευσης. Συνεχίζο-ντας την προηγούμενη διαλυτική πολιτική, οι μνημονιακές κυβερνήσεις επιχειρούν την πλήρη απορρύθμιση και την ιδιωτι-κοποίηση της Έρευνας. Με δηλωθέντες πόρους περίπου στο 0,5% του συνεχώς μειούμενου ΑΕΠ και με βάση συνεχείς περι-κοπές τόσο στους προϋπολογισμούς των ερευνητικών κέντρων όσο και στη χρηματοδότηση της έρευνας, η πολιτική αυτή οδηγεί σε ολοσχερή διάλυση της ερευνητικής δραστηριότητας στη χώρα. Τα ΑΕΙ, τα ερευνητικά κέντρα καθώς και σημαντικές δημόσιες ερευνητικές και τεχνολογικές υποδομές απαξιώνονται ενώ το διδακτικό και το ερευνητικό δυναμικό δεν ανανεώνε-ται. Η πολιτική αυτή παρουσιάζεται ως προσπάθεια σύνδεσης της έρευνας με την επιχειρηματικότητα και σκοπό την «ανά-πτυξη»!. Εν ονόματι της δημοσιονομικής προσαρμογής και υπό τους όρους των μνημονίων, στην Τεχνική- Επαγγελματική Εκπαίδευση καταργήθηκαν, εν μία νυκτί, οι ειδικότητες υγείας-πρόνοιας, γραφικών τεχνών και αισθητικής-κομμωτικής με αποτέλεσμα 20.000 μαθητές να μην μπορούν να ολοκληρώσουν τη φοίτησή τους. Επιπλέον, λόγω της παντελούς έλλειψης φοιτητικής μέριμνας, φοιτητές προερχόμενοι από φτωχά κοινωνικά στρώματα αδυνατούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Παράλληλα συνεχίζεται η μείωση του διδακτικού προσωπικού σε Πανεπιστήμια και ΤΕΙ. Δεν προκηρύσσονται νέες θέσεις και έχουν εξαφανισθεί οι συμβασιούχοι διδάσκοντες, με προφανείς δυσμενείς συνέπειες στο εκπαιδευτικό έργο των Ιδρυμάτων.

Το εκπαιδευτικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης

Όσον αφορά το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, η γενική παιδεία υποβαθμίζεται συνολικά. Η ειδίκευση και κατάρτιση αντικα-θιστά τη συνταγματική επιταγή για καλλιέργεια και ολοκληρωμένη γνώση. Στόχος είναι η διάπλαση ενός πολίτη που θα υπη-ρετεί τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, η μόρφωση μετατρέπεται σε απλό χρηστικό εργαλείο δεξιοτήτων που απαξιώνονται γρήγορα δημιουργώντας εργαζόμενους άμεσα αξιοποιήσιμους, φτηνούς και αναλώσιμους. Εχει καταστεί πια αυτονόητο σήμερα, ότι εντός των μνημονίων και της ευρωζώνης η δημόσια παιδεία θα απαξιώνεται, με συνέπεια κάθε μέρα που περνά θα μεγαλώνει η «εκπαιδευτική και οικονομική εξορία» των νέων παιδιών μας. Ακόμη και με την διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εδώ και δύο χρόνια, δεν απέτρεψε αυτή την πορεία της απαξίωσης και της φυγής, λόγω της μνημονιακής του μετάλλαξης.

Διεθνής οικονομική πραγματικότητα

Την τελευταία εικοσαετία οι όροι της ανάπτυξης επαναπροσδιορίσθηκαν ριζικά με τη δυναμική παρουσία νέων χωρών στην παγκόσμια αγορά και την συνακόλουθη στροφή στην «εξωστρεφή ανάπτυξη»2. Εκτός από τη ομάδα των ΒRICS (Βραζιλία, Ρω-σία, Ινδία και Κίνα) πολλές χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου αναδύθηκαν στη διεθνή σκηνή και προσανατόλισαν τον τρόπο συγκρότησης ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων 3. Με την παγκόσμια στροφή στην εξωστρεφή ανάπτυξη, η ελληνική οικονομία είχε να αντιμετωπίσει ένα διπλό αδιέξοδο. Δεν ήταν ανταγωνιστική σε προϊόντα που προερχόταν από χώρες χαμηλού κόστους εργασίας, που δεν ήταν μόνο προϊόντα ανειδίκευτης εργασίας αλλά σταδιακά ενσωμάτωναν στοιχεία τεχνολογικής καινοτο-μίας, αλλά και σε προϊόντα από χώρες που υπερτερούσαν σε όρους ποιότητας και γνώσεων σε αγορές υψηλού βιοτικού επι-πέδου και σημαντικών τεχνολογικών και παραγωγικών ικανοτήτων. Από το μέσο της δεκαετίας του 1990 έγινε φανερό ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να ακολουθήσει καμιά από τις κυρίαρχες στρατηγικές της εξωστρεφούς ανάπτυξης:

- Την ανάπτυξη βασισμένη σε πρώτες ύλες καθώς δεν είχε επαρκείς πρώτες ύλες για εξαγωγή, σε χαμηλό κόστος εργασίας καθώς δεν ήταν χώρα χαμηλού κόστους εργασίας (λόγω ευρώ) και την υστέρηση στην ανάπτυξη των μηχανολογικών κλάδων.

- Σε τεχνολογική καινοτομία καθώς η πορεία προς την οικονομία της γνώσης απαιτούσε κοινωνική και θεσμική οργάνωση για ανάπτυξη ικανοτήτων, απορρόφηση γνώσεων αξιοποίηση της τεχνολογίας, ανώτατη εκπαίδευση και έρευνα, που δεν διέθετε (λόγω του ανεπαρκούς πολιτικού προσωπικού). Αρχισε η συνεχής υποβάθμιση της θέσης της Ελλάδος στις συγκριτικές κατα-τάξεις της διεθνούς ανταγωνιστικότητας όπως προκύπτει από την έκθεση "Global Competitiveness Report 2016 - 2017” του World Economic Forum, η Ελλάδα, με βάση τον δείκτη παγκόσμιας ανταγωνιστικότητας να κατατάσσεται πλέον στην 86η θέση μεταξύ 138 κρατών. Η δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζεται από τη ριζική μεταβολή των θεωριών και αντιλήψεων για την ανάπτυξη. Στη θεωρία της ανάπτυξης κυριάρχησε μια ομάδα προσεγγίσεων που έγινε γνωστή με όρους «θεσμικά οικο-νομικά» (institutional economics) «εξελικτική οικονομική θεωρία» (evolutionaryeconomictheory), «νέα θεωρία μεγέθυνσης» (newgrowththeory) στο πλαίσιο των οποίων επαναδιατυπώθηκαν ριζικά τα μοντέλα ανάπτυξης με την τοποθέτηση της γνώσης, της τεχνολογίας και την καινοτομίας στο επίκεντρο των δυνάμεων που την καθοδηγούν. Οι θεωρίες αυτές υποστη-ρίζουν ότι κύριος παράγοντας που ορίζει την ανάπτυξη στον αναπτυγμένο κόσμο δεν είναι (μόνο) η συσσώρευση του κεφα-λαίου, αλλά η γνώση, η έρευνα και η καινοτομία. Η γνώση προσφέρει συνθήκες για αυξανόμενες οικονομικές αποδόσεις και δημιουργεί ευκαιρίες για σχεδόν απεριόριστη ανάπτυξη.

«Βιομηχανία έντασης γνώσεων»

Ο προσανατολισμός της «βιομηχανίας έντασης γνώσεων», σε κλάδους της ελληνικής οικονομίας όπως:
Γεωργία, ιχθυοκαλλιέργεια
Υγεία και επιστήμες υγείας και βιο-ιατρικής, παραγωγή γενοσήμων φαρμάκων
Βιομηχανία τροφίμων και τεχνολογίες βιοτεχνολογίας, αγρο-τεχνολογίας
Υπηρεσίες πληροφορικής
Ηλεκτρονικός εξοπλισμός
Τηλεπικοινωνίες
Χημικά και τεχνολογίες διεργασιών, νανοτεχνολογίας και ενέργειας
Μεταλλικά προιόντα και
Κατασκευές και δομικά προιόντα
Κλωστουφαντουργία- ένδυση
Τουρισμός, μεταφορές
Διαχείριση αποβλήτων
Παραγωγή και εξοικονόμηση, διανομή ενέργειας
Εξόρυξη μεταλλουργία και μη ορυκτά

Βασική αρχή είναι η έρευνα και τα αποτελέσματα της, θα τελούν υπο την αιγίδα ενός υπουργείου ( π.χ. ανασυγκρότησης) και των ΑΕΙ.

1) Δημιουργία ενός Κέντρου Καινοτομίας (Innovation Center)

Μέσω αυτού θα καλυφθούν οι υποδομές που χρειάζονται ώστε:

• Να βοηθηθούν ιδέες και προσπάθειες που προέρχονται από τις ίδιες τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους της Ναυ-πηγοεπισκευαστικής Βιομηχανίας, οι οποίες μπορούν αποδεδειγμένα να δώσουν νέα ώθηση στην απασχόληση.
• Να προδιαγραφή ο τρόπος με τον οποίο θα γίνει η καλύτερη αξιοποίηση και θα διασφαλιστούν οι εταιρείες χωρίς να αποκλειστεί καμία.
• Να διασφαλιστεί η όποια βοήθεια πρός αυτή την κατεύθυνση. Εξετάζοντας το πολύ επιτυχημένο Ισπανικό μοντέλο βλέπου-με ότι π.χ. στην Ισπανία το κράτος πληρώνει συμβόλαια 2ετή, 3ετή και μεγαλύτερα σε πανεπιστημιακούς και ειδικούς επι-στήμονες με διδακτορικά, για να απασχοληθούν στην βιομηχανία (περίπου 1.000 τον χρόνο). Αυτό δημιουργεί αμφίδρομες προοπτικές, αλλά κυρίως δίνει το πλαίσιο και τον χρονικό ορίζοντα να πραγματοποιηθεί σοβαρό έργο και παρεμβάσεις από τους επιστήμονες στις βιομηχανίες. Οι επιστήμονες επιστρέφοντας πίσω στα Πανεπιστήμια και έχοντας αποκομίσει μία πολύ καλή γνώση προβλημάτων, μπορούν να προσανατολίσουν την έρευνα και τα ενδιαφέροντα τους όπως και τους φοιτητές, σε πιο πρακτικά και χρήσιμα θέματα.

• Ιδιαίτερα σημαντική κρίνεται η λειτουργία μέσα στο ΒΙ.ΠΑ. (Βιομηχανικό Πάρκο) Σχιστού, πιστοποιημένης μονάδας ποιο-τικού ελέγχου μετάλλων. Η λειτουργία της μονάδας αυτής θα συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση των ανταγωνιστικών πλεο-νεκτημάτων ιδιαίτερα της Ζώνης, μειώνοντας τους χρόνους παράδοσης και βελτιώνοντας την αξιοπιστία των προϊόντων. Ο φορέας λειτουργίας καιελέγχου της μονάδας μπορεί να είναι κοινοπρακτικού χαρακτήρα και σε αυτόν να συμμετέχουν πιστοποιημένοι φορείς ελέγχου, όπως η ΕΒΕΤΑΜ(Ανώνυμη εταιρεία Βιομηχανικής Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Εργαστηριακών δοκιμών, Πιστοποίησης και Ποιότητας A.E.), επαγγελματικοί φορείς, όπως τα επιμελητήρια και επαγγελμα-τικές ενώσεις και τέλος τεχνολογικά ιδρύματα, όπως το ΕΜΠ.

• Η κατάρτιση των εργαζομένων πρέπει να πούμε ότι αυτή απαιτεί κατά μέσο όρο 3-6 χρόνια πράγμα που επιβάλλει μακρο-χρόνιο σχεδιασμό και διάθεση πόρων από μία εταιρεία.

• Παρότι στα τρία μεγαλύτερα ναυπηγεία της χώρας μας, Σκαραμαγκάς, Ελευσίνα και Νεώριο λειτουργούν Κέντρα Επαγγε-λματικής Κατάρτισης (ΚΕΚ), σχεδόν όλες οι εταιρείες τονίζουν την έλλειψη εκπαιδευμένων τεχνιτών από την αγορά

2) Δημιουργία εγχώριων διαπιστευμένων εργαστηρίων δοκιμών και φορέων πιστοποίησης

Η υποστήριξη και η δημιουργία κέντρων και εργαστηρίων για την πιστοποίηση των προδιαγραφών των εγχωρίως παραγό-μενων προϊόντων είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τις επιχειρήσεις διότι θα αποτρέψει το φαινόμενο να αποστέλλονται προϊόντα για πιστοποίηση σε εργαστήρια του εξωτερικού, με αποτέλεσμα μεγάλες καθυστερήσεις στα προς διακίνηση δείγματα και αύξηση του κόστους των προϊόντων. Κρίνεται σκόπιμη η παροχή κινήτρων προς τα εργαστήρια ώστε να μπουν στη διαδικασία διαπίστευσης και κοινοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία η συνεργασία με εργαστήρια του εξωτερικού, να αναπτυχθεί σχέση συνεργασίας μεταξύ του ΕΛΟΤ με εργαστήρια διεθνώς αναγνωρισμένα ώστε οι εγχώριοι παραγωγοί να διευκολύνονται στη διαδικασία πιστοποίησης, η οποία είναι συνήθως αρκετά χρονοβόρα και έχει υψηλό κόστος. Τέλος, μεγάλης σημασίας είναι και η δημιουργία ενός εργαστηρίου δοκιμών υλικών και κατασκευών σε υψηλές θερμοκρασίες (πυρομηχανικής), που πρακτικά τη στιγμή αυτή απουσιάζει από τη χώρα. Ως αποτέλεσμα, οι δοκιμές πιστοποίησης που απαιτούνται (π.χ. υλικά της οικοδομικής βιομηχανίας, κουφώματα, πάνελ πλαγιοκαλύψεων και καλύψεων οροφής κλπ) να εκτελούνται σε εργαστήρια του εξωτερικού με αποτέλεσμα την αύξηση του κόστους των προϊόντων. Το Ελληνικά Πανεπιστήμια διαθέτουν επιστήμονες που μπορούν να υποστηρίξουν τη δημιουργία τέτοιων κέντρων, που η βιωσιμότητά του θα βασίζεται στην παροχή υπηρεσιών προς την εγχώρια βιομηχανία αλλά παράλληλα θα μπορεί να δώσει τεράστια ώθηση στην ανάπτυξη της συγκεκριμένη επιστημονικής περιοχής στη χώρα μας. Ετσι τα οφέλη από την ανάπτυξη ενός εργαστηρίου πυρομηχανικής είναι πολλαπλά και εκτείνονται σε βάθος χρόνου.

3) Η έρευνα στα ΑΕΙ να συνδεθεί με τις ανάγκες της Ελληνικής αγροτικής παραγωγής και να δημιουργηθούν στα Πανεπιστήμια Συμβουλευτικές Υπηρεσίες για τους αγρότες.

Δεν υπάρχει άλλο είδος εισροής στη γεωργία, που να έχει –κατά καιρούς– επηρεάσει τόσο καταλυτικά την αγροτική παραγωγικότητα, όσο οι σπόροι. Η Πράσινη Επανάσταση, για παράδειγμα, που άλλαξε την παγκόσμια γεωργία, στηρίχθηκε στα επιστημονικά άλματα προόδου στον τομέα της βελτίωσης των αποδόσεων των σπόρων.Είναι αυτός ο κύριος λόγος, που μέχρι πρόσφατα, η έρευνα και η διάθεση σπόρων ήταν σε μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο του Δημοσίου και των υπηρεσιών του κράτους. Πιο συγκεκριμένα, στην Ελλάδα οι πρώτες σοβαρές προσπάθειες έγιναν την περίοδο του μεσοπολέμου, με τη σύσταση Σταθμών και Ινστιτούτων. Μέσω των δομών αυτών, δημιουργήθηκαν και βελτιώθηκαν εγχώριες ή εισαγόμενες ποικιλίες. Καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή και διάθεση σπόρων έπαιζε το υπουργείο Γεωργίας και οι Οργανισμοί του, καθώς και οι συνεταιρισμοί, με κυρίαρχη την ΚΥΔΕΠ. Αποτέλεσμα αυτών, ήταν η σταδιακή υπερκάλυψη των αναγκών των βασικών φυτών μεγάλης καλλιέργειας με σπόρους που είχαν παραχθεί στην Ελλάδα, με μοναδική εξαίρεση σημαντικό μέρος των υβρι-δίων αραβοσίτου. Με την είσοδο στην τότε ΕΟΚ, ο τομέας απορρυθμίστηκε. Η συνεταιριστική ΚΥΔΕΠ (Κεντρική Ένωση Σπόρων και Πολλαπλασιαστικού Υλικού) απέτυχε στον νέο της ρόλο και, σε αντίθεση με ό, τι συνέβη σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εκκαθαρίστηκε. Η ΚΕΣΠΥ που ανέλαβε την παραγωγή και διάθεση σπόρων από ποικιλίες του ΕΘΙΑΓΕ περιθωριοποιήθηκε οικονομικά, εμπορικά και λειτουργικά. Το ΕΘΙΑΓΕ (Εθνικό Ιδρυμα Αγροτικής Ερευνας), με το δίκτυο των Σταθμών και Ινστιτούτων του, αρχικά ανέπτυξε ιδιαίτερα επιτυχημένες ποικιλίες σε προϊόντα όπως το καλαμπόκι, ο βίκος, η μηδική. Ωστόσο, η σταδιακή υποχρηματοδότησή του, αλλά και ο τρόπος που διοικήθηκε, οδήγησαν στην ερευνητική και παραγωγική απαξίωσή του. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι ότι στον κλάδο δραστηριοποιούνται, πλέον, σχεδόν αποκλειστικά, αμιγώς ιδιωτικές επιχειρήσεις, που είναι θυγατρικές ή υποκαταστήματα πολυεθνικών εταιρειών, επιχειρήσεις-αντιπρόσωποι ξένων εταιρειών και επιχειρήσεις που παράγουν και διακινούν ξένες ή ελληνικές ποικιλίες.

4) Ανάπτυξη της Έρευνας-Χρηματοδότηση Επενδύσεων

Σε όλη αυτή την ανάλυση είναι διάχυτη η ανάγκη για τη δημιουργία ενός πλαισίου βελτίωσης της προστιθέμενης αξίας του παραγόμενου προϊόντος με την ενίσχυση του από ερευνητικές παρεμβάσεις και εφαρμοσμένα αποτελέσματα. Η ανάγκη είναι πρόδηλη και προκύπτει τόσο από το μέγεθος όσο και από τον παραγωγικό κατακερματισμό. Ο κανόνας της επένδυσης σε έρευνα και ανάπτυξη προϋποθέτει επιχειρηματική κουλτούρα προσανατολισμένη προς αυτή την κατεύθυνση αλλά και οικονομική δυνατότητα που συνήθως είναι η διάθεση της τάξης του 5% του ετήσιου κύκλου εργασιών. Στην περίπτωση του ελληνικού παραγωγικού υποδείγματος, η μεν δαπάνη (αν βεβαίως υπήρχε περίπτωση να γίνει) είναι αδιάφορη ως εξαιρετικά μικρή, η δε οικονομική διάρθρωση των μονάδων δεν τις αφήνει καθόλου αδιάφορες σε περίπτωση απώλειας. Εδώ χρειάζο-νται σοβαρές και γενναίες αποφάσεις εκ μέρους της Πολιτείας η οποία αντί να δαπανά πολύτιμους πόρους, στα χρονικά όρια ενός Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης να συνεργαστεί με τους συλλογικούς φορείς των επιχειρήσεων, με Πανεπιστήμια, Ερευνη-τικά Κέντρα και ΤΕΙ και με τις ίδιες τις επιχειρήσεις, ώστε να διαμορφώσει ένα πλέγμα υποδομών έρευνας και καινοτομίας στο μοντέλο των Περιφερειακών Πόλων Καινοτομίας, με κλαδική εξειδίκευση και αναφορά, με στόχους εφαρμοσμένου απο-τελέσματος και κυρίως με τη φιλοδοξία να συνδέσει ενεργητικά την έρευνα με την παραγωγή.

Η δημιουργία ενός Περιφερειακού Πόλου Καινοτομίας, για να έχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα χρειάζεται την παρουσία δύο τουλάχιστον βασικών παραγόντων:
Ο πρώτος είναι η ύπαρξη ώριμης ερευνητικής δομής, που συνήθως αναπτύσσεται μέσα στα ακαδημαϊκά ιδρύματα.
Ο δεύτερος έχει να κάνει με την παραγωγική βάση, η οποία θα πρέπει να διακρίνεται για την κρίσιμη μάζα της.

Ειδικότερα, σε ότι αφορά στο ερευνητικό δυναμικό:

- Στην Θεσσαλία λειτουργεί το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και το ΤΕΙ Λάρισας


- Στην Στερεά Ελλάδα βρίσκεται στη φάση της διαμόρφωσής του το Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδος ενώ στη Λαμία και στη Χαλκίδα λειτουργούν ΤΕΙ. Επιπλέον, στην Α’-ΒΙΠΕ-Βόλου είναι εγκατεστημένη η κλαδική μοναδική εταιρία παροχής εξειδικευ-μένης υποστήριξης σε επιχειρήσεις μετάλλου, η ΕΒΕΤΑΜ ΑΕ.

Σε ό,τι αφορά στις βιομηχανικές συγκεντρώσεις, με σειρά παραγωγικού όγκου, αυτές εμφανίζονται:
Στο τρίγωνο Οινόφυτα – Σχηματάρι – Χαλκίδα
Στον Νομό Μαγνησίας
Στο Νομό Λάρισας και
Στο Νομό Φθιώτιδας.

Αξιολογώντας, τις ομάδες των δύο παραγόντων, σε επίπεδο διοικητικής περιφέρειας, η Στερεά Ελλάδα, και ειδικότερα ο Νο-μός Βοιωτίας, πρωτίστως, και ακολούθως οι Νομοί Φθιώτιδας και Εύβοιας, παρουσιάζουν μία εξαιρετικά μεγάλη βιομηχα-νική συγκέντρωση, η οποία διακρίνεται από κλαδικά και παραγωγικά μεγέθη, υστερεί, ωστόσο, σημαντικά στις ερευνητικές δομές, δεδομένου ότι το Πανεπιστήμιο Στερεάς Ελλάδος είναι νεόδμητο.Το ζήτημα της ισότιμης συμμετοχής της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά συστήματα των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο, όχι μόνον λόγω των θετικών αποτελεσμάτων που μπορεί να έχει στην ελληνική οικονομία, αλλά με δεδομένη την τρέχουσα κρίση, μπορεί να λειτουργήσει υποβοηθητικά στην αποτροπή, σε έναν βαθμό, ανεπιθύμητων καταστάσεων στην απασχόληση και στην ανάπτυξη.

Στην περιφέρεια Θεσσαλίας είναι εγκατεστημένες σημαντικές μονάδες που ασχολούνται με θέματα προμηθειών της αμυντικής βιομηχανίας.

Είναι γνωστό, ότι ο κρατικός προϋπολογισμός, κάθε χρόνο, δαπανά ένα σημαντικό τμήμα των εσόδων του, προερχόμενο από την φορολογία των πολιτών, είτε για την αγορά υλικών, ανταλλακτικών και εξοπλιστικών συστημάτων, είτε για τη συντήρηση υφισταμένων. Σε όλες τις χώρες της Ευρώπη και όχι μόνονυπάρχει φροντίδα, ένα μεγάλο ποσοστό αυτής της δαπάνης να επιστρέφει στην εγχώρια οικονομία ενεργοποιώντας το δυναμικό των κατασκευαστών τους, και αποκομίζοντας σημαντικά οφέλη, όπως:

(α). Απασχόληση

(β). Απορρόφηση τεχνογνωσίας

(γ). Ανάπτυξη ή βελτίωση τεχνολογίας

(δ). Συμμετοχή σε ομάδες εξαγωγικού προσανατολισμού

(ε). Εισόδημα στην αγορά

5) Cluster(σύμπλεγμα) πληροφορικής4

Η Θεσσαλονίκη έχει βιομηχανία λογισμικού που αποφασίζει, μαζί με πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα, να επενδύσει στις συνέργειες. Η Θεσσαλονίκη έχει βιομηχανία λογισμικού και αυτή η βιομηχανία, καινοτόμος, εξωστρεφής και βασισμένη για την ανάπτυξή της σε έργα του ιδιωτικού τομέα, κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα για να βγει πιο δυναμικά στις αγορές του εξωτερικού δημιουργώντας το «Technopolis Cluster » - «Ιndustry Led Software Development Cluster of Thessaloniki». Tριάντα εταιρείες, με συνολικό κύκλο εργασιών 357 εκατ. ευρώ, κέρδη 12,5 εκατ. ευρώ, εξαγωγές σε περισσότερες από 25 χώρες σε όλες τις ηπείρους, πάνω από 3.000 εργαζόμενους συνιστούν τον επιχειρηματικό βραχίονα του cluster πληροφορικής που δημιουργεί στη Θεσσαλονίκη η Τεχνόπολη Α.Ε. Οι εταιρείες, που πέτυχαν το 2015 αύξηση τζίρου πάνω από 20% και αύξηση των θέσεων εργασίας κατά 10%, συνεπικουρούνται από έξι πανεπιστημιακά ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα από την Θεσ-σαλονίκη, τον Σύνδεσμο Επιχειρήσεων Πληροφορικής Β. Ελλάδος και την Αλεξάνδρεια Ζώνη Καινοτομίας και προχωρούν στο συνεργατικό σχήμα που θα τους επιτρέψει: Να βάλουν τη Θεσσαλονίκη στο διεθνή χάρτη της βιομηχανίας λογισμικού και να βγούνε επιθετικότερα στις αγορές του εξωτερικού.Το cluster της Τεχνόπολης, θα πρέπει να ακολουθήσει το μοντέλο που εφαρμόζεται σε όλο τον κόσμο, δηλαδή της συνεργασίας μίας κρίσιμης μάζας επιχειρήσεων με τα Πανεπιστήμια και θα πρέ-πει να στραφεί στα ειδικότερα αντικείμενα για τα οποία υπάρχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, δηλαδή στα έξυπνα συστήματα λογισμικού και στην τεχνητή νοημοσύνη, στο internet των things ή των έξυπνων αντικειμένων. Εάν μάλιστα το Technopolis Cluster αναπτυχθεί, θα μπορεί να επιτύχει συνεργασίες και με clusters άλλων χωρών. Στη διεθνή κοινότητα της Πληροφορικής υπάρχει πολύ καλή εικόνα για τους Έλληνες επιστήμονες και ερευνητές, αλλά "μας λείπει η εξωστρέφεια". Αυτό που προέχει είναι η δημιουργία μίας κρίσιμης μάζας που να μπορεί να ανταγωνιστεί στη διεθνή αγορά. "Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το λογισμικό δεν έχει σημασία μόνο για τον κλάδο της Πληροφορικής. Είναι απαραίτητο είτε αν θέλει κάποιος να κατασκευάσει αεροπλάνα, αυτοκίνητα, είτε τηλέφωνα, το λογισμικό είναι στρατηγικής σημασίας για την ανάπτυξη μιας χώρας".Τα δυνητικά οφέλη από την ανάπτυξη και λειτουργία του «Technopolis Cluster» είναι σημαντικάπολύ-πλευρα και κωδικοποιούνται ως ακολούθως:
Ενίσχυση της εξωστρέφειας και ανταγωνιστικότητας των μελών του σε παγκόσμιο επίπεδο.
Διάχυση τεχνογνωσίας και η διασύνδεση με την Έρευνα και Τεχνολογική Ανάπτυξη.
Αυξημένα επίπεδα εξειδίκευσης και απορρόφησης νέας τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις ΤΠΕ και ταχύτερη πρόσβαση σε καινοτομία.
Ταχύτερη και αποτελεσματικότερη ανάπτυξη νέων/ καινοτόμων προϊόντων.
Αύξηση και βελτιστοποίηση της παραγωγής λογισμικού παγκοσμίου εμπορικού βεληνεκούς.
Δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής αξίας.
Ενθάρρυνση νέας επιχειρηματικότητας.
Ενθάρρυνση αναδιοργάνωσης υφιστάμενων επιχειρήσεων και δημιουργίας νέων.
Ενίσχυση επιχειρηματικών και άλλων δεσμών.
Βελτιωμένη ροή πληροφοριών/ Προώθηση της συλλογικής μάθησης και καινοτομίας.
Ανάπτυξη της τοπικής και εθνικής οικονομίας και διείσδυση σε αγορές του εξωτερικού.
Εξειδίκευση, προσέλκυση και διατήρηση του Ανθρώπινου Κεφαλαίου.
Βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος μέσω της ανάπτυξης συνεργιών και χρηματοδότησης.

Στις παραπάνω απόψεις και θέσεις για την ανάπτυξη της «βιομηχανίας έντασης γνώσεων», θα πρέπει να ληφθούν υπ’ οψιν τα λεγόμενα ενός ανθρώπου της εκπαίδευσης.

Η κρίση στα σχολεία αντανακλά την ευρύτερη κοινωνική κρίση. Αν δεν αγοράζαμε τόσα «πουδραρισμένα» όνειρα, το σύστη-μα θα κατέρρεε. Και τα σχολεία ακόμα, είναι σήμερα ένα «προϊόν προς πώληση». Είναι προφανές ότι έχουμε χάσει την αίσθηση της ταυτότητας μας. Μαντρώνουμε τα παιδιά και τους ηλικιωμένους και τους βγάζουμε εκτός του κοινωνικού γίγνεσθαι. Κανείς δεν τους απευθύνει πλέον τον λόγο. Όμως χωρίς τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, μια κοινωνία δεν έχει ούτε παρελθόν αλλά ούτε και μέλλον. Μόνο ένα διαρκές παρόν. Είναι παράλογο και αντίθετο με τη Ζωή να είσαι μέρος ενός συστήματος το οποίο σε υποχρεώνει να είσαι έγκλειστος μαζί με άτομα της ίδιας ηλικίας και κοινωνικής τάξης. Το σύστημα αυτό σε απομονώνει από την απέραντη πολυμορφία της ζωής και την απόλαυση της ποικιλίας των εμπειριών. Σε αποκόπτει από το παρελθόν σου και το μέλλον σου, και σε φυλακίζει σε ένα ατέρμονο παρόν. Ακριβώς ό,τι κάνει και η τηλεόραση. Σκεφτείτε τα πράγματα που δολοφονούν του λαούς: Τα ναρκωτικά, ο ανελέητος ανταγωνισμός, η πορνογραφία της βίας, ο τζόγος, το αλκοόλ και η χειρότερη πορνεία απ’ όλες: Ζωές αφιερωμένες στην αγορά αγαθών, ο καταναλωτισμός ως φιλοσοφία και στάση ζωής. Σε όλα αυτά τα «ναρκωτικά» είναι εθισμένος ο εξαρτημένος άνθρωπος που κι αυτός με τη σειρά του είναι ένα μοιραίο προϊόν του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

1. Τα παιδιά που διδάσκω δείχνουν αδιαφορία για τον κόσμο των μεγάλων. Αυτό ανατρέπει την εμπειρία χιλιάδων ετών. Η στενή παρακολούθηση του τι σκοπεύουν να κάνουν οι μεγάλοι, ήταν πάντοτε η πιο συναρπαστική ασχολία για τη νεολαία. Όμως σήμερα κανένα παιδί δεν θέλει να μεγαλώσει και ποιος μπορεί να το κατηγορήσει γι’ αυτό; Εμείς είμαστε τα παιχνίδια τους.
2. Τα παιδιά που διδάσκω δεν έχουν καμιά περιέργεια για ό,τι συμβαίνει γύρω τους, και αν έχουν κάποια, αυτή είναι παρο-δική. Δεν μπορούν να συγκεντρωθούν για πολλή ώρα, ακόμα και στα πράγματα που τους αρέσουν. Μπορείτε να διακρίνετε τη σχέση ανάμεσα στο συνεχές χτύπημα του κουδουνιού και στην συνεχή αλλαγή αιθουσών διδασκαλίας με την έλλειψη αυτο-συγκέντρωσης;
3. Τα παιδιά που διδάσκω δεν έχουν αίσθηση του μέλλοντος, την αίσθηση ότι το αύριο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το σήμερα. Ζουν σε ένα διαρκές παρόν. Η στιγμή την οποία ζουν είναι το όριο της συνειδητότητάς τους.
4. Τα παιδιά που διδάσκω είναι ανιστόρητα. Δεν έχουν συναίσθηση του τρόπου με τον οποίο το παρελθόν καθόρισε το παρόν διαμορφώνοντας τις αξίες τους και τις ζωές τους και περιορίζοντας τις επιλογές τους.
5. Τα παιδιά που διδάσκω είναι σκληρά στις σχέσεις τους με τα άλλα παιδιά. Δεν συμπάσχουν με την δυστυχία, γελούν με τις αδυναμίες των άλλων και νιώθουν περιφρόνηση για τους ανθρώπους που φαίνεται καθαρά ότι χρειάζονται βοήθεια.
6. Τα παιδιά που διδάσκω δεν ανοίγονται εύκολα και δεν είναι ειλικρινή στις σχέσεις τους. Έχουν μάθει να κρύβουν τον αλη-θινό εαυτό τους πίσω από ένα εξωτερικό προσωπείο που έχουν «συναρμολογήσει» με κομμάτια από χαρακτήρες και συμπε-ριφορές που έχουν δανειστεί από τα τηλεοπτικά τους πρότυπα ή έχουν δημιουργήσει μόνα τους για να ξεγελούν τους δάσκα-λους τους. Επειδή δεν είναι αυτό που δείχνουν προς τα έξω, η μάσκα πέφτει όταν εκθέτουν τις εσώτερες πτυχές του εαυτού τους σε μια στενή σχέση. Γι’ αυτό και τις αποφεύγουν.
7. Τα παιδιά που διδάσκω είναι υλιστές. Ακολουθούν το παράδειγμα των δασκάλων τους που «βαθμολογούν» τα πάντα με υλιστικά κριτήρια και τους τηλεοπτικούς αστέρες που ξεπουλούν ό,τι έχουν και δεν έχουν.
8. Τα παιδιά που διδάσκω είναι εξαρτημένα, παθητικά και φοβισμένα μπροστά στις νέες προκλήσεις. Αυτή η δειλία πολλές φορές εκδηλώνεται με έναν επιφανειακό «τσαμπουκά» ή θυμό ή επιθετικότητα, όμως κατά βάθος υπάρχει έλλειψη θάρρους.

Θα μπορούσα να απαριθμήσω κι άλλες καταστάσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν από μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αν θέλουμε να σταματήσουμε την κατρακύλα του έθνους μας, αλλά πιστεύω ότι μέχρι τώρα έχετε αντιληφθεί τις θέσεις μου, είτε συμφωνείτε είτε διαφωνείτε. Αυτή την ασθένεια την έχει προκαλέσει ή το σχολείο ή η τηλεόραση ή και τα δύο μαζί. Είναι απλά θέμα αριθμητικής. Τα παιδιά τρώνε το χρόνο τους στην τηλεόραση και στο σχολείο. Η πραγματική μεταρρύθμιση είναι εφικτή. Δεν κοστίζει τίποτα. Πρέπει να επανεξετάσουμε τις θεμελιώδεις αρχές της εκπαίδευσης και να αποφασίσουμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά μας και γιατί. (Γιατί τα σχολεία δεν μορφώνουν, ομιλία του δασκάλου της χρονιάς στις ΗΠΑ John Taylor Gatto).



«Αυτοί που δίνουν καλή εκπαίδευση στα παιδιά, πρέπει να τιμώνται περισσότερο από εκείνους που τα γέννησαν, γιατί οι γονείς τους έδωσαν μόνο τη ζωή, οι παιδαγωγοί όμως την ικανότητα να ζουν καλά.» Αριστοτέλης





Γιάννης Περάκης

Οικονομολόγος





1. Προγραμματικό κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ για την Παιδεία.

2. Επιστημονικό συμπόσιο Α.Π.Θ. «ΠΟΙΑ ΕΛΛΑΔΑ; 13-14-/02/2014, Ν. Κομνηνός-Βιομηχανία έντασης γνώσεων στην Ελλάδα: Στρατηγικές και προοπτικές στην περίοδο 2014-2020.

3. Το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα υφίσταται όταν η επιχείρηση είναι σε θέση να προσφέρει τα ίδια οφέλη με τους ανταγωνιστές, αλλά με χαμηλότερο κόστος (πλεονέκτημα κόστους) ή να προσφέρει οφέλη που υπερβαίνουν εκείνα των ανταγωνιστικών προϊόντων (πλεονέκτημα διαφοροποίησης). Ως εκ τούτου, ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα επιτρέπει στην επιχείρηση να δημιουργήσει εξαιρετική αξία για τους πελάτες και κέρδη για την ίδια.


4. Πηγή: http://www.voria.gr/article/trianta-epichirisis-pliroforikis-kanoun-to-technopolis-cluster.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου