Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Τάσος Λειβαδίτης: Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου (τα τελευταία του ποιήματα)


Τάσος Λειβαδίτης, Αθήνα, 20 Απριλίου 1922 - 30 Οκτωβρίου 1988
Σχέδιο, Μπάμπης Ζαφειράτος, 30.X.2015 (Μελάνι, 29 χ 21 εκ.)

«Γράφω για εκείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν/ για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα από τον άμμο./ Γράφω να διαβάζουν αυτοί που μαζεύουνε τα χαρτιά απ’ τους δρόμους»
Για αυτό το έργο του ο Τ. Λειβαδίτης δικάστηκε στα 1955

Τι έχει σημασία για μένα; αναρωτιόμουν
συχνά. Δεν ήξερα. Όμως ήξερα ότι απ’ τη στιγμή
που θα το μάθαινα, δε θα ’χε πια καμιά σημασία.

ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Οι παλιοί σύντροφοι δεν πέθαναν, αλλά κατοικούν τώρα στο βάθος
των δρόμων ‒
όποιον κι αν πάρεις θα τους συναντήσεις.


ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ
Φυσικά προσπαθούσε να κρύψει το σακατεμένο χέρι του
έτσι κρατούσε πάντα μια σημαία.




ΙΔΕΟΛΟΓΟΣ Β


Κάθε φορά που μου πρόσφεραν μια καρέκλα έπεφτα στην παγίδα.
Έτσι στέκομαι χρόνια τώρα όρθιος σα ν’ ακούω τη Διεθνή.





ΟΔΥΣΣΕΙΑ


Ένα τραγούδι κοιμάται πάνω στην άρπα ώσπου να το ξυπνήσει
ένας πόνος ξένος
κι ω ταξιδιώτη, που γυρίζοντας απ’ τον Ωκεανό, θα ναυαγήσεις
ανάμεσα στα ρόδα ενός κήπου.




ΜΙΚΡΗ ΙΛΙΑΔΑ


Δε ζούμε αληθινά παρά μόνο τη νύχτα μέσα στ' όνειρο.
Και το πρωί «καλημέρα» λες, «καλημέρα» σού λένε.
Κι η σφαγή συνεχίζεται.




ΡΟΔΟΔΑΦΝΕΣ


Βραδιάζει. Μια ρομβία ακούγεται να παίζει πίσω απ’ τα δέντρα.
Δυο ζητιάνοι στέκονται έξω απ’ την πόρτα του δειλινού.
Κοιτάω τις ροδοδάφνες και κλαίω...




ΓΑΜΗΛΙΟ ΑΠΟΒΡΑΔΟ


Είχα φτάσει τόσο μακριά που ένιωθα στον ώμο μου το στεναγμό του Θεού
η Μεγάλη Άρκτος περπατούσε αθόρυβα αφήνοντας ασημένια ίχνη στο δρόμο.
Τα βράδια είναι συνήθως λυπημένα σαν ένα ταξίδι που τελείωσε.
Οι δόξες δεν έχουν καμιά σημασία κάτω απ’ τις μηλιές.




ΠΡΟΠΑΝΤΟΣ ΗΣΥΧΙΑ!


Όπως όλοι γνώρισα κι εγώ πολλούς ανθρώπους ‒μόνο την ωραία
Ερριέτα δεν πρόλαβα
μόλις την είχαν ξεχάσει‒ από τότε βιάζομαι, θέλω να μάθω, τι;
δεν ξέρω.
Όμως τις νύχτες φοβάμαι και περπατάω στις μύτες των ποδιών
να μην ξυπνήσουν τα παλιά ρολόγια.




ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ


Τελικά τούς έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω την πραγματικότητα,
τους λέω ‒εγώ έχω τ’ όνειρο»
ίσως γι’ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λεπτομέρειες.
Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετισμός.




ΔΙΑΚΟΠΗ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑΣ


Ο κόσμος ερήμωσε, σε ποιον ν’ απευθυνθείς; Όλοι πού θα μπορούσαμε
να ’χουμε μια μικρή αλληλογραφία μαζί τους πέθαναν.
Και πρώτοι εμείς.




ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε όλο και
πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ό κόσμος.




ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΤΩΝ 12


Καμιά φορά το σφύριγμα ενός τραίνου μες στη νύχτα έχει κάτι
απ’ την αιώνια αναχώρηση ‒
ω μη μιλάτε‒ ίσως να μην ξημερώσει πια.




ΜΑΤΑΙΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ


Κάθομαι μερικές φορές και σκέφτομαι: να μπορούσα, λέει, να ξαναγυρίσω
στο παρελθόν
να τακτοποιήσω μερικά πράγματα, ν’ αποτελειώσω κάποια άλλα.
Όμως τί σημασία θα ’χε;


Είμαι κουρασμένος άπό τόσους χωρισμούς, τόσα πρωινά, τόσα απογεύματα.




Η ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ


Συχνά γύρω σου υπάρχει κάτι τόσο ωραίο κι ακαθόριστο που βγάζεις το σακάκι σου και το πετάς απ’ τη γέφυρα ή κρεμάς το καπέλο σου στο φανοστάτη σαν την πιο ειλικρινή χειρονομία του αιώνα.
Μα μόνο όταν σε ταπεινώνουν ακοής το στεναγμό του Θεού.




ΤΟ ΠΛΟΙΟ


Μια γυναίκα σταμάτησε στην προβλήτα. Φοράει μαύρα. Είναι
αβάσταχτα όμορφη. Το δειλινό βιολετί.
Ω που έζησα με την αλλόκοτη αίσθηση: ότι ξέχασα όλες τις αποσκευές μου
σ’ ένα πλοίο
που ήδη σφύριξε και αναχωρεί...




Ιανουάριος


Ένας καινούργιος χρόνος. Τι μας περιμένει; Τι θα μας φέρει;
Όνειρα, φιλοδοξίες, έρωτες, αινίγματα.
Κι ω φτωχά ημερολόγια που ύστερα από τόσες γιορτές τελειώνετε
τις μέρες σας μέσα σ’ ένα ρείθρο.




Απρίλιος


Οι μέρες τρελαίνουν τα πουλιά, οι νύχτες αναποδογυρίζουν τα κορίτσια
ώσπου ανεβαίνει ή σελήνη κατακόκκινη σαν την ανάμνηση μιας ηλικίας
πού δε θα ξανάρθει.




Ιούλιος


Τα βράδια έρχονται συνήθως σα μια ευτυχία ή σαν ένα ποτάμι δάκρυα
κι οι εραστές, υστέρα απ’ το μεγαλείο μιας ώρας που έζησαν κάτω απ’ τα δέντρα,
επιστρέφουν, σχεδόν τυφλοί, στην πόλη.




Σεπτέμβριος


Ένα παιδί προχωράει στο δρόμο, στους ώμους του, γεμάτη μικρά
ανεκπλήρωτα, βαραίνει η σχολική του τσάντα.
Κάθομαι πίσω απ’ το τζάμι και κοιτάω τη βροχή να παρασέρνει
τους έρωτες του καλοκαιριού.




ΕΝΑΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΠΟΥ ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΗΝ ΠΑΤΜΟ


«Δεν μπορώ να κρεμαστώ, έλεγε με παράπονο ‒η μεγάλη πυρκαγιά του δειλινού
μου καίει το σκοινί.»




ΕΞΑΦΑΝΙΣΕΙΣ


Πόσοι δε χάθηκαν στην έρημο ή μες στο συνωστισμό, στη θάλασσα
ή σε κάποια άκρη της γης
κι άλλοι που χάθηκαν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι και δεν τους
αναζήτησε κανείς.




ΑΝΘΡΩΠΟΙ


Άνθρωποι που έζησαν τόσο μυστικά που όταν πέθαναν ο θάνατος δε
βρήκε τίποτα να τούς πάρει.
Κι όπως και χτες βγήκε κι απόψε ανυποψίαστο το φεγγάρι.




ΠΟΙΗΤΕΣ


Φτωχοί λαθρεπιβάτες πάνω στις φτερούγες των πουλιών
την ώρα που πέφτουν χτυπημένα.




Ο ΚΗΠΟΣ


«Έζησα θλιμμένα γιατί ο άκαρδος πατέρας μου δεν είχε ούτε στοργή, ούτε όνειρα», μου έλεγε η μακρινή θεία του κήπου. Κι αυτή θα ήταν όλη η ιστορία της αν ένα ανθισμένο κλαδί δεν άγγιζε τα γκρίζα μαλλιά της.




Ο ΔΡΟΜΟΣ


Στον πικρό γυρισμό μου (από πού άραγε;) συχνά καθόμουν σ’ ένα καφενείο, απ’ αυτά των ταπεινών θλίψεων με τα μακρόσυρτα δειλινά στα τζάμια.
Και μόνον όσοι πέθαναν νωρίς δεν έχασαν ποτέ τον δρόμο.




ΠΑΡΟΜΟΙΩΣΗ


Ο ποιητής μοιάζει συνήθως με κάποιον που τον κυνηγούν ανελέητα στο δρόμο, εκείνος όμως προφταίνει να μπει εγκαίρως στο σπίτι του, κι εκεί, λαχανιασμένος, αλλά απερίσπαστος αρχίζει να τινάζει τα παλιά προγονικά χαλιά.




ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ


Και συνεχίζουμε την αιώνια περιπλάνηση. Καθώς φεύγουμε κανείς
δε μας αποχαιρετά, καθώς ερχόμαστε
κανείς δε μας αναγνωρίζει. Είμαστε αυτοί που δίνουν νόημα στη
βασιλεία του δειλινού, αλλά πριν φτάσει η νύχτα
μας έχουν ξεχάσει.



Ο Τάσος Λειβαδίτης (Αθήνα, 20 Απρ. 1922 - 30 Οκτ. 1988) από τον Γιάννη Στεφανάκι
Χαρακτικό σε λινόλεουμ, 2007


ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Κι όπως είμαι πάντα άτυχος, κάθε φορά που αποφάσιζα ν’ αλλάξω ζωή κάποια καθυστέρηση, μια αναβολή, ένα όνειρο ‒πέρασαν τα χρόνια, Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα. Κι η λάμπα είχε σβήσει μια αιωνιότητα πριν.




Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΔΥΟ


«Θα ξανάρθουμε;» ρώτησα. Ο άλλος κάτι είπε, αλλά δεν έφτασε
ως έμενα ‒όμως ένιωσα μέσα μου κάτι αλλόκοτο και γλυκό.
Φυσούσε λίγο. Βράδυ.
Κι ίσως ολόκληρη η ποίηση να είναι αυτή η απάντηση που δεν
ακούστηκε και τη συμπλήρωνε ο στεναγμός του αγέρα κι η απαλή
ερημιά του φεγγαριού.




ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Ένα πουλί κάθισε πάνω στα κάγκελα του κήπου, κάτι είπε στην κοπέλα της βεράντας, αλλά εκείνη δεν άκουσε. Βούιζε ο κόσμος από τα τζιτζίκια.
Και τότε σκέφτηκα πως αυτή τη σκηνή θα τη θυμηθώ κάποτε, ύστερα από χρόνια, και θα κλάψω απαρηγόρητος.




ΥΜΕΝΑΙΟΣ


Άνθρωποι πού περιφέρονται ολομόναχοι μες στη λήθη και μόνο προς
το βράδυ πηγαίνουν στο ταχυδρομείο της Μεγάλης Άρκτου.
Κανείς δεν ξέρει με ποιον αλληλογραφούν. Όμως σε λίγο βγαίνει
η σελήνη κι ένα ρόδο φέγγει σα μια μικρή μνηστή.
Κάθε νύχτα είναι ένα γαμήλιο ταξίδι.




ΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ


Στο δρόμο συναντάμε γέρους τους λιποτάκτες των παλιών πολέμων,
εν’ ανοιξιάτικο καπέλο στον καναπέ απ’ αυτά που φορούν τα νεαρά κορίτσια.
Καθένας έχει ένα μεγάλο μυστικό και θα φύγουμε χωρίς να το μάθει
ούτε αυτός, ούτε άλλος κανένας.




ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ


Μεγάλα ηλιοβασιλέματα του άφησαν τόση λάμψη στα μάτια, που η γλώσσα τού είναι άχρηστη.




ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΟΜΗΡΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ


Κι αυτοί που αγάπησαν τη δόξα τώρα κλαίνε
κι οι άλλοι που πόθησαν το θάνατο φοβούνται
κι εκείνοι που μερίμνησαν δεν έχουν
αλλά αυτοί που ταπεινώθηκαν γνωρίζουν
κι εκείνοι που κρατήθηκαν μακριά θα ξεκινήσουν
σαν τις ωραίες εποχές να ξαναρθούνε.




ΜΑΘΗΤΕΙΑ


Αλλά όταν τέλος μας διώξουν πού θα πάμε; Και θα μας αναγνωρίσει
κανείς στο δρόμο;
Τα βράδια έχουμε ανάγκη από μια φιλική λέξη ή λίγη λήθη.
Τα’ άστρα ήταν το πρώτο μας αναγνωστικό.




ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ


Οι νεκροί τέλειωσαν με τις προσδοκίες ή τα όνειρα
οι σιωπές των εραστών μεγάλες σαν αιωνιότητες
το θαύμα είναι η παιδική ηλικία της δικαιοσύνης
κι ή ποίηση: ένα παιχνίδι που τα χάνεις όλα
για να κερδίσεις ίσως ένα άπιαστο αστέρι.




ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ


Συλλογιέμαι τα τραίνα πού τρέχουν προς το τίποτα
τη θάλασσα που αιώνια επιστρέφει...




ΝΕΑ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ


Αγαπούσε μια κοπέλα πού έμενε στην Ξάνθη. Δεν τον άφηναν να πάει. Άπλωσε κι αυτός το αντίσκηνο του σ’ ένα ερημικό δέντρο κι έγραψε πάνω με κιμωλία: Ξάνθη.


Tι ματαιότης οι αποστάσεις!




ΑΠΛΟΙ ΣΤΙΧΟΙ


Ένα σπίτι για να γεννηθείς
ένα δέντρο για ν’ ανασάνεις
ένας στίχος για να κρυφτείς
κι ο κόσμος για να πεθάνεις.




ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ


Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως
αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα ν’ αντέξω το βάρος σου.


Θεέ μου, μ’ αυτή την ευτελή πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις.
Πώς να σε σώσω...




ΠΟΡΕΙΑ


Κάποτε μια νύχτα κρατούσα ένα κλεφτοφάναρο: ξενυχτούσαμε έναν
ετοιμοθάνατο σύντροφο που τα ασυνάρτητα λόγια του μας θύμιζαν
όλα τα τρελά όνειρα μιας εποχής.
Όταν ξημέρωσε τον θάψαμε βιαστικά και συνεχίσαμε την πορεία μας
προς το Αρχαγγέσκ ή τις Συρακούσες. Δεν καλοθυμάμαι.




ΔΑΚΡΥΑ


Δρόμοι προς τις μεγάλες ηδονές που βγαίνουν έξω απ’ το χρόνο
περιπέτειες των αδέξιων ερωτικών χεριών, μες στο σκοτάδι,
η αιωνιότητα ενός αγγίγματος ‒
τελικά οι ιστορίες μας έμειναν μισοτελειωμένες σαν μια παιδικότητα.
Κάποτε θα κλάψω τόσο πολύ που θα εξευμενίσω όλα τα ρόδα.




ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ


Συλλογιέμαι τη μοναξιά ενός παιδιού που παίζει ολομόναχο σ’ έναν
κήπο μες στην ερημιά του καλοκαιρινού απομεσήμερου.
Ίσως οι πιο ωραίοι στίχοι ενός ποιητή ν’ άρχισαν εκεί.




Ω, ΘΛΙΨΗ…


Έπρεπε να ξεφύγω, αλλιώς ήμουν χαμένος, αλλά ο άγνωστος του σταθμού με περίμενε κιόλας στην άκρη του ταξιδιού μου. Ποιος άγνωστος; Ήμουν ο ίδιος εγώ νικημένος κι άνοιγα τις πόρτες στα σταματημένα βαγόνια κι έβγαινα απ’ την άλλη μεριά του ονείρου.
Ω, θλίψη, σε μάθαμε από παιδιά, σχεδόν πριν γνωρίσουμε τον κόσμο.




ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ TOΥ ΠΟΙΗΤΗ


Ένα παλιό αισθηματικό κερί έκαιγε πάνω στο τραπέζι
τα φθαρμένα έπιπλα μου είχαν διδάξει την υπομονή
μόνο ένα, Θεέ μου ‒ δεν έζησα: έχοντας να μεριμνήσω
για τόσα φύλλα την άνοιξη.









'Αη Στράτης, 1951. Ο Τάσος Λειβαδίτης εξόριστος, με τη γυναίκα του Μαρία και την κόρη τους Βάσω. Πηγή



Τάσος Λειβαδίτης
«Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (Γ)»
ΠΟΙΗΣΗ, Τόμος Τρίτος
Αθήνα. Κέδρος, 1990 (σελ. 515-558)
Τα Χειρόγραφα, Α (53 ποιήματα), Β (37 ποιήματα) και Γ (42 ποιήματα), σσ. 411-558,
κυκλοφόρησαν από τον Κέδρο σε ξεχωριστή συλλογή, το 1990, μετά το θάνατο του ποιητή.
[Μεταγραφή, Μπ.Σ.Α.]
Το χαρακτικό προέρχεται από τη σελίδα του Γιάννη Στεφανάκι



Βλέπε και Μποτίλια με ετικέτα Λειβαδίτης (4)

___________________________________________


Βιογραφικό

Πηγή



Υπογραφή Β.Λ.: "Το σχέδιο του ποιητή έφτιαξε η Βασιλική Λειβαδίτη

και το εξώφυλλο ο Δημήτρης Δαβίας". Αναφορά στην πρώτη συγκεντρωτική έκδοση του 1965,ΠΟΙΗΣΗ. Το Β.Λ. διακρίνεται και στις κατοπινές εκδόσεις, πολύ θολό όμως (δυστυχώς εδώ το έχω ξακρίσει). Από την κόρη του ποιητή λοιπόν και οχι από τον Γιάννη Ρίτσο, όπως εσφαλμένααναφέρεται στο διαδίκτυο. (Μπ.Σ.Α.)
Γιος του Λύσανδρου και της Βασιλικής, γεννήθηκε στην Αθήνα το βράδυ της Αναστάσεως του 1922και είχε τέσσερα μεγαλύτερα αδέρφια: μια αδερφή και τρεις αδερφούς. Αδερφός του ήταν οηθοποιός Αλέκος Λειβαδίτης και ανιψιός του ο ηθοποιός Θάνος Λειβαδίτης. Tο 1940 εγγράφεται στη Nομική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Aθήνας. Δεν θα τελειώσει όμως ποτέ, καθώς τον κερδίζει η Aντίσταση, οργανώνεται στην EΠON. Στην καρδιά της Kατοχής το 1943, χάνει τον πατέρα του, ενώ αργότερα, όντας στην Mακρόνησο (1951), χάνει και τη μητέρα του. Tο 1946 παντρεύεται τη Mαρία, δευτερότοκη κόρη του Γεωργίου Στούπα και της Aλεξάνδρας Λογοθέτη, Tου στάθηκε στήριγμα όχι μόνο στα σκληρά χρόνια της εξορίας του ποιητή, συντηρώντας και την μητέρα του αλλά και φύλακας - άγγελος σε όλη του τη ζωή. O ποιητής την έχει ηρωίδα του στο "Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας" που της το αφιερώνει. Tην ίδια χρονιά κάνει και την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση δημοσιεύοντας το ποίημα "Tο τραγούδι του Xατζηδημήτρη" στο περιοδικό "Eλεύθερα Γράμματα" του Δημήτρη Φωτιάδη.

Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα στο χώρο της αριστεράς με συνέπεια να εξοριστεί από το 1945 έως το 1951. Με τη λήξη των Δεκεμβριανών συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (1945) αφήνεται ελεύθερος. Τον Ιούνιου του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο. Επειδή δεν υπέγραψε δήλωση μετάνοιας μεταφέρεται στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ' όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951. Το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου» θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε. Το 1955 ο ποιητής δικάζεται στο Πενταμελές Eφετείο για το συγκεκριμένο έργο του. Πλήθος κόσμου και ανάμεσά τους πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων θα παρακολουθήσουν αυτή τη πνευματική δίκη όπου ο ποιητής θα μετατρέψει το εδώλιο σε βήμα και όπου θα διατυπώσει την ουσία και τον σκοπό της τέχνης του. Θα συγκινήσει όχι μόνο το ακροατήριο αλλά και τους δικαστές που τελικά θα τον αθωώσουν πανηγυρικά.

«Γι’ αυτό σου λέω.
Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.
Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις.»

Στο ελληνικό κοινό ο Τάσος Λειβαδίτης εμφανίστηκε το 1946, μέσα από τις στήλες του περιοδικούΕλεύθερα Γράμματα (τεύχ. 55,15-11-46) με το ποίημα «Το τραγούδι του Χατζηδημήτρη». Το 1947 συνεργάστηκε στην έκδοση του περιοδικού «Θεμέλιο». Το 1952 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική σύνθεση με τίτλο «Μάχη στην άκρη της νύχτας» και εργάστηκε επίσης σαν κριτικός ποίησης στην εφημερίδα Αυγή, από το 1954 - 1980 (με εξαίρεση τα έτη 1967-74 που η εφημερίδα είχε κλείσει λόγω δικτατορίας) και το περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (1962-1966), όπου δημοσίευσε πολιτικά και κριτικά δοκίμια.

Το διάλειμμα της δικτατορίας
Στα χρόνια της δικτατορίας, ο Λειβαδίτης βυθίζεται στη σιωπή και μένει άνεργος. Έτσι κατέληξε να γράφει σε ένα νεανικό λαϊκό περιοδικό της εποχής, το Φαντάζιο, μαζί με πολλούς ακόμα διωγμένους αριστερούς, από τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι τον συγγραφέα τουΛοιμού, τον Αντρέα Φραγκιά, και τον Αλέξανδρο Κοτζιά που εκείνο το διάστημα ήταν στη φυλακή. Με το ψευδώνυμο Ρόκκος, ο Λειβαδίτης δούλεψε μια σειρά από βιογραφίες λογοτεχνών και ακόμα μια σειρά από περιλήψεις, σε μορφή εκτενών διηγημάτων, μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ειδικά η δεύτερη σειρά είναι υποδειγματική ως προς τη γραφή της και τον τρόπο απόδοσης του πνεύματος των έργων που πραγματεύεται. Αυτές οι δύο σειρές κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη: ο τόμος Μεγάλες Μορφές της Λογοτεχνίας συγκεντρώνει βιογραφίες "καταραμένων" Ελλήνων λογοτεχνών και ο τόμος Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ): Συνοπτική Απόδοση των Αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη συγκεντρώνει ένα μέρος των εξαιρετικά ζωντανών συνόψεων που είχε κάνει ο ποιητής.
Tο 1972, εκδίδει το βιβλίο "Nυχτερινός επισκέπτης, που οι κριτικοί το θεωρούν έναρξη της β' φάσης του έργου του. Παράλληλα αποστασιοποιείται απο την πολιτική δράση και κάνει μιά βαθειά στροφή ενδοσκόπισης, αναδεικνύοντας το μεγάλο φιλοσοφικό βάθος του έργο του, ακολουθώντας έναν μοναχικό δύσβατο και πρωτοποριακό δρόμο στην μεγάλη του τέχνη.

Το τέλος του
Τον Οκτώμβριο του 1988 ο ποιητής εισάγεται στο Γενικό Kρατικό Nοσοκομείο και υποβάλλεται σε δύο αλλεπάλληλες εγχειρήσεις για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, διάρκειας 5 ωρών η καθεμία, που όμως δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν το μοιραίο. Ο Τάσος Λειβαδίτης πέθανε στην Αθήνα 30 Οκτωβρίου 1988. Μετά το θάνατό του εκδόθηκαν χειρόγραφα ανέκδοτα ποιήματά του με τον τίτλο «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου».

Το έργο του
Η λογοτεχνική του πορεία μπορεί να διαιρεθεί σε 3 φάσεις. Την «επαναστατική», την «συμβολική-αλληγορική» και την υπαρξιακή. Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, στο δίσκο «Πολιτεία» (1961), «Της εξορίας» (1976), «Πολιτεία Γ' - Οκτώβρης '78» (1976), «Τα Λυρικά» (1977), «Λειτουργία Νο2: Για τα παιδιά που σκοτώνονται στον πόλεμο» (1987), τον Μάνο Λοΐζοστο δίσκο «Για μια μέρα ζωής» (1980), τον Γιώργο Τσαγκάρη στο δίσκο «Φυσάει» (1993) με ερμηνευτή το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τη συμμετοχή του ηθοποιού Γιώργου Μιχαλακόπουλου, τον Μιχάλη Γρηγορίου στο δίσκο «Σκοτεινή πράξη, ένα Ορατόριο σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη» (1997) και από το συγκρότημα Όναρ στο δίσκο «Αλαντίν, τελειώσαν οι ευχές σου» (2003).
Συνυπέγραψε ακόμη με τον Κώστα Κοτζιά τα σενάρια των ελληνικών ταινιών «Ο θρίαμβος» και «Συνοικία το όνειρο» σε σκηνοθεσία του Αλέκου Αλεξανδράκη. Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν στα Ρωσικά, Σερβικά, Ουγγρικά, Σουηδικά, Ιταλικά, Γαλλικά, Αλβανικά, Βουλγαρικά, Κινέζικα και Αγγλικά. Τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία (1953 για τη συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου»), το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων (1957 για τη συλλογή του «Συμφωνία αρ.Ι»), το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης(1976 για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα»), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1979 για το «Εγχειρίδιο ευθανασίας»). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων». Έγραψε επίσης κι ένα μικρό τόμο με τίτλο: «Έλληνες ποιητές», ο οποίος αναφέρεται στις συλλογές που εκδόθηκαν την περίοδο 1978-1981, και αποτελεί μια απογραφή 74 ποιητικών συλλογών.
Όπως σημειώνει ο Τίτος Πατρίκιος, φίλος και συνεργάτης του Λειβαδίτη, ήταν τόσο αφοσιωμένος στην ποίηση ώστε όσα ποιήματα του έστελναν «τα διάβαζε όλα ως το κόκαλο και όσο μεγαλύτερη αξία τους έβρισκε, τόσο την αναγνώριζε και τη διακήρυσσε». Και παρακάτω: «άσκησε την κριτική με διεισδυτική ευαισθησία, με στοχασμό που δεν κατέληγε σε κάποια κανονιστικότητα, με άνοιγμα σε όλους τους τρόπους της ποίησης και αγάπη για όλους τους ποιητές, χωρίς εύνοιες και πατερναλισμούς».

«Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: Έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σε ένα αβέβαιο όνειρο» (Εξομολόγηση, Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου).

ΣΥΛΛΟΓΕΣ

ΠΟΙΗΣΗ:

«Μάχη στην άκρη της νύχτας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.

«Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Αθήνα, Κέδρος, 1952.

«Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Αθήνα, Κέδρος,1953.

«Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο». Αθήνα, Κέδρος, 1956.

«Συμφωνία αρ.Ι». Αθήνα, Κέδρος, 1957.

«Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια». Αθήνα, Κέδρος, 1958.

«Καντάτα». Αθήνα, Κέδρος, 1960.

«25η ραψωδία της Οδύσσειας». Αθήνα, Κέδρος, 1963.

«Ποίηση (1958-1964)». Αθήνα, Κέδρος, 1965.

«Οι τελευταίοι». Αθήνα, Κέδρος, 1966.

«Νυχτερινός επισκέπτης». Αθήνα, Κέδρος, 1972.

«Σκοτεινή πράξη». Αθήνα, Κέδρος, 1974.

«Οι τρεις». Αθήνα, Κέδρος, 1975.

«Ο διάβολος με το κηροπήγιο». Αθήνα, Κέδρος, 1975.

«Βιολί για μονόχειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1976.

«Ανακάλυψη». Αθήνα, Κέδρος, 1978.

«Ποιήματα (1958-1963)». Αθήνα, Κέδρος, 1978.

«Εγχειρίδιο ευθανασίας». Αθήνα, Κέδρος, 1979.

«Ο Τυφλός με το λύχνο». Αθήνα, Κέδρος, 1983.

«Βιολέτες για μια εποχή». Αθήνα, Κέδρος, 1985.

«Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα». Αθήνα, Κέδρος, 1987.

«Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου». Αθήνα, Κέδρος, 1990.

«Απάνθισμα». Αθήνα, Κέδρος, 1997.

Συγκεντρωτικές εκδόσεις:

«Ποίηση 1» (1952-1966). Αθήνα, Κέδρος, 1985.

«Ποίηση 2» (1972-1977). Αθήνα, Κέδρος, 1987.

«Ποίηση 3» (1979-1987). Αθήνα, Κέδρος, 1988.



ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ:

«Το εκκρεμές». Αθήνα, Κέδρος, 1966.

/zbabis.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου