Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Φασισμός : Επίλογος


του Νίκου Μαρκέτου

Επίλογος

Οι ψυχοκοινωνικές μελέτες για τον φασισμό, ξεκίνησαν στο ιστορικό πλαίσιο της ανόδου του φασισμού τη δεκαετία του 1930, του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, και του Ολοκαυτώματος, και μέσα από ένα ψυχαναλυτικό / ψυχοκοινωνικό θεωρητικό πλαίσιο. Εκτοτε ποτέ δεν σταμάτησαν να διεξάγονται σχετικές μελέτες για τον φασισμό και τον ρατσισμό, αν και με μικρότερη συχνότητα.Οι περισσότεροι στοχαστές, ανέδειξαν το καταστροφικό δυναμικό, και ενυπάρχει στην μαζική ψυχολογία και το οποίο δεν υπάγεται στην βούληση. Ο Donald Winnicott έδειξε ζωηρά πριν από 67 χρόνια, πόσο εύθραυστη είναι η δημοκρατία ως επίτευγμα, επειδή πάντα αγωνίζεται ενάντια στο ψυχωτικό το οποίο μπορεί να γίνει η δύναμη πλειοψηφίας στην κοινωνία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή (Winnicott, 1950).

Από συστημικής απόψεως, βλέπουμε πόσο απίστευτο δυναμικό καταστροφής έχουν οι διεργασίες που οδηγούν ένα σύστημα σε κρίση και σήψη.

Από πολιτικής πλευράς, ο φασισμός είναι μέρος του καπιταλιστικού συστήματος και αποτελεί μια παροξυσμική εφαρμογή των πιο αυταρχικών στοιχείων που ενυπάρχουν στα καπιταλιστικά καθεστώτα. Εξ άλλου ο Bauman τονίζει ότι «στην σύγχρονη γραφειοκρατία του ορθολογικού πνεύματος, της αρχής της αποδοτικότητας, της επιστημονικής νοοτροπίας, του υποβιβασμού των αξιών στη σφαίρα της υποκειμενικότητας κλπ. δεν υπάρχει κανείς μηχανισμός ικανός να αποκλείσει τη δυνατότητα των ναζιστικών ακροτήτων…». Αντίθετα η τρομακτική προοπτική είναι η εξάπλωση μιας κοινωνικής τάξης που μιμείται ήδη την φρικιαστική τεχνο-βαρβαρότητα που απεικονίζεται στις προφητικές ταινίες επιστημονικής φαντασίας.

Τι μπορούμε να κάνουμε για να αποτρέψουμε τον φασισμό;

Η ψυχαναλυτική ματιά προτείνει την αυτογνωσία σαν προφύλαξη για να μη προσχωρήσουν ή να υποταχτούν οι πολίτες στον φασισμό.

Όσο περισσότερο μπορούμε να προσδιοριστούμε μέσω της αυτοεμπειρίας, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες μας για ερμηνεία της πραγματικότητας στην οποία ζούμε και να τη μετατρέψουμε, έτσι ώστε τα ανθρώπινα όντα να γίνουν πιο ώριμα μέσα από την ποιότητα της επαφής τους με την πραγματικότητα.

Για τον Ράιχ η πάλη ενάντια στο φασισμό σημαίνει πρώτα απ 'όλα επιστημονική μελέτη, δηλαδή, να χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους της ψυχανάλυσης. «Μόνο ο λόγος μπορεί να ελέγξει τις δυνάμεις του παραλογισμού και να χαλαρώσει τον κλοιό του μυστικισμού, και μπορεί να παίζει το δικό του ρόλο στην ανάπτυξη πρωτότυπων τρόπων πολιτικής δράσης, με βάση ένα βαθύ σεβασμό για τη ζωή και την προαγωγή μιας αρμονικής διοχέτευσης της λίμπιντο και της οργασμικής δραστικότητας».

Η Arendt υποστηρίζει τη γέφυρα μεταξύ της ηθικής και της ιδιότητας σκέψης: " Αντιστεκόμαστε στο κακό με το να μην παρασυρθούμε από την επιφάνεια των πραγμάτων, σταματώντας τους εαυτούς μας και να αρχίζουμε να σκεφτόμαστε, δηλαδή, να φθάσουμε σε μια άλλη διάσταση από τον ορίζοντα της καθημερινής ζωής. Με άλλα λόγια, όσο πιο επιφανειακός είναι κάποιος, τόσο πιο πιθανό θα είναι ο ίδιος να ενδώσει στο κακό.

Στο άρθρο της «η προσωπική ευθύνη κατά την δικτατορία», ρωτά πως είναι ήταν δυνατό μερικά άτομα να αντιστάθηκαν στην ηθική κατάπτωση και δεν προσχώρησαν στο καθεστώς, παρά τον όποιο εξαναγκασμό. Η ίδια απαντά:

« Η απάντηση στο ερώτημα ... είναι σχετικά απλή. Οι αμέτοχοι, που χαρακτηρίστηκαν ανεύθυνοι από την πλειοψηφία, ήταν οι μόνοι που τόλμησαν να κρίνουν μόνοι τους, επειδή η συνείδησή τους δεν λειτούργησε με αυτό, τον αυτόματο τρόπο, ... ρώτησαν τον εαυτό τους σε ποιό βαθμό θα ήταν σε θέση να ζουν σε ειρήνη με τον εαυτό τους, αφού θα είχαν διαπράξει ορισμένες πράξεις. Και αποφάσισαν ότι θα ήταν καλύτερο να μην κάνουν τίποτα, γιατί μόνο σε αυτή την κατάσταση θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ζουν με τον εαυτό τους."

Η Arendt αποδίδει σαφώς στην ικανότητα της σκέψης την προϋπόθεση για αυτό το είδος της κρίσης εξαιρετικά απαραίτητης στην εποχή της ηθικής κατάρρευσης.

Για μένα η λύση δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική. Τα ατομικά ασυνείδητα δυναμικά που ευνοούν την βλάστηση του φασισμού στην κοινωνία ενυπάρχουν στον μέσο άνθρωπο και ο μέσος άνθρωπος διαμορφώνεται από το κυρίαρχο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο. Αλλά η πολιτική μπορεί να αξιοποιήσει την κατανόηση των δυναμικών της ομάδας, για να γίνει πιο αποτελεσματική. Η πολιτική πρέπει να υιοθετήσει ένα δραστικό λόγο. Δραστικός λόγος σημαίνει στην καθημερινή συζήτηση να παρεμβαίνεις με τρόπο που προάγει την διεργασία, σπάει την αντίσταση και την εντροπία, υπερβαίνει την σύγκρουση και επιδιώκει την σύγκλιση. Ο δραστικός λόγος είναι μια διαδικασία επανα-συμβολοποίησης. Η πολιτική επίσης πρέπει να υιοθετήσει ένα νέο επιστημονικό παράδειγμα.

Ένας τέτοιος πολιτικός λόγος θα πρέπει να εξαπλωθεί στα ανθρώπινα δίκτυα, με σκοπό να κατασκευάσουμε μια ανθρώπινη κοινωνική τάξη. Θα χρειαστεί η συλλογική βούληση, η συναινετική επανερμηνεία των δικών μας κατασταλμένων αναγκών, και η προσεκτική αυτο-συνειδητή ανασυγκρότηση της επιστήμης και της κοινωνίας πριν μπορέσει να αναδυθεί ο εαυτός σε μια πιο χειραφετημένη μορφή σε ένα πιο απελευθερωμένο κόσμο. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου